Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
kaθaˈra
advérbio
1.
de modo limpo
κερδίζει καθαρά 1000 ευρώ το μήνα
ganha 1000 euros líquidos por mês
2.
claramente, bem
αυτό είναι καθαρά δική σου ευθύνη
isso é claramente da tua responsabilidade
βλέπω καθαρά ότι με αποφεύγεις
vejo claramente que me evitas
ήταν καθαρά θέμα τύχης
foi claramente uma questão de sorte
ήταν μια υπόθεση καθαρά προσωπική
tratava-se de uma questão claramente pessoal
με ακούς καθαρά;
ouves-me bem?
3.
francamente
εξέφρασα καθαρά τις απόψεις μου
expus francamente os meus pontos de vista
μιλώ καθαρά
falar francamente
μιλώ καθαρά και ξάστερα
falar pondo os pontos nos is, falar sem papas na língua

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • industrial structures
    κάνω καθαρό κόψιμο / κόβω καθαρά
    pt
    rentear completamente
  • building and public works / industrial structures
    υγιής ξυλεία / καθαρά ξυλεία
    pt
    madeira sem nós
  • FINANCE
    καθαρά έκδοση
    pt
    emissão líquida
  • insurance
    καθαρά ασφάλιστρα / δεδουλευμένα ασφάλιστρα
    pt
    prémios brutos absorvidos
  • accounting
    καθαρά ασφάλιστρα
    pt
    prémios líquidos
  • insurance
    καθαρά ασφάλιστρα
    pt
    prémio bruto inicial, prémio bruto original
  • insurance
    καθαρά ασφάλιστρα
    pt
    volume de prémios líquidos iniciais retidos
  • communications / communications policy
    καθαρά τυχαία κίνηση
    pt
    tráfego aleatório puro
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρά πυριτική άμμος
    pt
    barro espanhol, terra de Espanha
  • ECONOMICS / FINANCE
    καθαρά έσοδα από τόκους
    pt
    rendimento líquido de juro
  • economic policy
    καθαρά έσοδα από αμοιβές
    pt
    receita líquida de taxas
  • FINANCE
    καθαρά έσοδα από προμήθειες
    pt
    rendimento líquido de comissões, receita líquida de comissões
  • FINANCE
    καθαρά χρηματιστική επένδυση / επένδυση καθαρά χρηματοοικονομικού χαρακτήρα
    pt
    investimento puramente financeiro
  • insurance
    καθαρά λογισθέντα ασφάλιστρα
    pt
    prémio processado líquido
  • tariff policy
    καθαρά έσοδα από τις πωλήσεις
    pt
    receitas líquidas das vendas
  • insurance
    καθαρά δεδουλευμένα ασφάλιστρα
    pt
    prémio líquido absorvido, prémio líquido adquirido
  • LAW
    καθαρά παθητική μειοψηφική συμμετοχή
    pt
    participação minoritária completamente passiva
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / ECONOMICS
    καθαρά αύξησις αξίας ζωϊκού κεφαλαίου
    pt
    mais-valia líquida do rebanho
  • TRANSPORT / ENVIRONMENT
    πρωτοβουλία για καθαρά συστήματα μεταφοράς
    pt
    iniciativa para sistemas de transportes limpos
  • ECONOMICS / FINANCE
    καθαρά αποτελέσματα από τραπεζικές εργασίες
    pt
    proveito líquido de exploração bancária
  • ECONOMICS / FINANCE
    καθαρά κέρδη από χρηματοπιστωτικές εργασίες
    pt
    resultados líquidos sobre operações financeiras
  • accounting
    καθαρά χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία
    pt
    ativos financeiros líquidos
  • road transport
    καθαρά μηχανικό σύστημα μετάδοσης της διεύθυνσης
    pt
    mecanismo de direção exclusivamente mecânico
  • road transport
    καθαρά ηλεκτρικό σύστημα μετάδοσης της διεύθυνσης
    pt
    mecanismo de direção exclusivamente elétrico
  • road transport
    καθαρά υδραυλικό σύστημα μετάδοσης της διεύθυνσης
    pt
    mecanismo de direção exclusivamente hidráulico
  • accounting
    καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής
    pt
    prémios líquidos de seguros não vida
  • mechanical engineering
    κινητήρας εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιεί καθαρά καύσιμα
    pt
    motor de combustão interna com combustíveis limpos
  • preparation for market
    καθαρό
    pt
    líquido
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / land transport / social sciences / TRANSPORT
    διαυγής / καθαρός
    pt
    límpido
  • materials technology / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρός
    pt
    genuíno, autêntico
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    Καθαρός
    pt
    limpo de ramos
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρός
    pt
    limpo
  • καθαρός
    pt
    limpo
  • ENERGY
    καθαρό κωκ
    pt
    coque puro
  • mechanical engineering / earth sciences
    καθαρή ώση
    pt
    impulso útil
  • Community budget / ECONOMICS / FINANCE / taxation
    καθαρό σύνολο / καθαρό ποσό
    pt
    valor líquido
  • land transport
    καθαρή ζώνη
    pt
    zona livre
  • trading operation / financial institutions and credit / accounting
    καθαρή τιμή
    pt
    cotação líquida
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρή ζύμη / καλλιέργεια ζύμης εκλεκτής ποιότητας
    pt
    culturas puras de leveduras
  • national accounts / ECONOMICS
    καθαρή θέση
    pt
    património líquido
  • FINANCE
    καθαρή θέση
    pt
    situação líquida
  • FINANCE
    καθαρή θέση
    pt
    risco líquido
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    καθαρή κοπή
    pt
    corte preciso, corte limpo
  • land transport / ENVIRONMENT
    καθαρό όχημα
    pt
    veículo não poluente, veículo limpo
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / customs tariff
    καθαρό βάρος
    pt
    peso, peso líquido
  • seed / botany
    καθαρή σειρά
    pt
    linha pura, linha consanguínea
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – καθαρά no Dicionário infopédia de Grego - Português [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-23 19:59:23]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • industrial structures
    κάνω καθαρό κόψιμο / κόβω καθαρά
    pt
    rentear completamente
  • building and public works / industrial structures
    υγιής ξυλεία / καθαρά ξυλεία
    pt
    madeira sem nós
  • FINANCE
    καθαρά έκδοση
    pt
    emissão líquida
  • insurance
    καθαρά ασφάλιστρα / δεδουλευμένα ασφάλιστρα
    pt
    prémios brutos absorvidos
  • accounting
    καθαρά ασφάλιστρα
    pt
    prémios líquidos
  • insurance
    καθαρά ασφάλιστρα
    pt
    prémio bruto inicial, prémio bruto original
  • insurance
    καθαρά ασφάλιστρα
    pt
    volume de prémios líquidos iniciais retidos
  • communications / communications policy
    καθαρά τυχαία κίνηση
    pt
    tráfego aleatório puro
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρά πυριτική άμμος
    pt
    barro espanhol, terra de Espanha
  • ECONOMICS / FINANCE
    καθαρά έσοδα από τόκους
    pt
    rendimento líquido de juro
  • economic policy
    καθαρά έσοδα από αμοιβές
    pt
    receita líquida de taxas
  • FINANCE
    καθαρά έσοδα από προμήθειες
    pt
    rendimento líquido de comissões, receita líquida de comissões
  • FINANCE
    καθαρά χρηματιστική επένδυση / επένδυση καθαρά χρηματοοικονομικού χαρακτήρα
    pt
    investimento puramente financeiro
  • insurance
    καθαρά λογισθέντα ασφάλιστρα
    pt
    prémio processado líquido
  • tariff policy
    καθαρά έσοδα από τις πωλήσεις
    pt
    receitas líquidas das vendas
  • insurance
    καθαρά δεδουλευμένα ασφάλιστρα
    pt
    prémio líquido absorvido, prémio líquido adquirido
  • LAW
    καθαρά παθητική μειοψηφική συμμετοχή
    pt
    participação minoritária completamente passiva
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / ECONOMICS
    καθαρά αύξησις αξίας ζωϊκού κεφαλαίου
    pt
    mais-valia líquida do rebanho
  • TRANSPORT / ENVIRONMENT
    πρωτοβουλία για καθαρά συστήματα μεταφοράς
    pt
    iniciativa para sistemas de transportes limpos
  • ECONOMICS / FINANCE
    καθαρά αποτελέσματα από τραπεζικές εργασίες
    pt
    proveito líquido de exploração bancária
  • ECONOMICS / FINANCE
    καθαρά κέρδη από χρηματοπιστωτικές εργασίες
    pt
    resultados líquidos sobre operações financeiras
  • accounting
    καθαρά χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία
    pt
    ativos financeiros líquidos
  • road transport
    καθαρά μηχανικό σύστημα μετάδοσης της διεύθυνσης
    pt
    mecanismo de direção exclusivamente mecânico
  • road transport
    καθαρά ηλεκτρικό σύστημα μετάδοσης της διεύθυνσης
    pt
    mecanismo de direção exclusivamente elétrico
  • road transport
    καθαρά υδραυλικό σύστημα μετάδοσης της διεύθυνσης
    pt
    mecanismo de direção exclusivamente hidráulico
  • accounting
    καθαρά ασφάλιστρα για ασφάλειες εκτός των ασφαλειών ζωής
    pt
    prémios líquidos de seguros não vida
  • mechanical engineering
    κινητήρας εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιεί καθαρά καύσιμα
    pt
    motor de combustão interna com combustíveis limpos
  • preparation for market
    καθαρό
    pt
    líquido
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / land transport / social sciences / TRANSPORT
    διαυγής / καθαρός
    pt
    límpido
  • materials technology / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρός
    pt
    genuíno, autêntico
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    Καθαρός
    pt
    limpo de ramos
  • natural and applied sciences / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρός
    pt
    limpo
  • καθαρός
    pt
    limpo
  • ENERGY
    καθαρό κωκ
    pt
    coque puro
  • mechanical engineering / earth sciences
    καθαρή ώση
    pt
    impulso útil
  • Community budget / ECONOMICS / FINANCE / taxation
    καθαρό σύνολο / καθαρό ποσό
    pt
    valor líquido
  • land transport
    καθαρή ζώνη
    pt
    zona livre
  • trading operation / financial institutions and credit / accounting
    καθαρή τιμή
    pt
    cotação líquida
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    καθαρή ζύμη / καλλιέργεια ζύμης εκλεκτής ποιότητας
    pt
    culturas puras de leveduras
  • national accounts / ECONOMICS
    καθαρή θέση
    pt
    património líquido
  • FINANCE
    καθαρή θέση
    pt
    situação líquida
  • FINANCE
    καθαρή θέση
    pt
    risco líquido
  • iron, steel and other metal industries / industrial structures
    καθαρή κοπή
    pt
    corte preciso, corte limpo
  • land transport / ENVIRONMENT
    καθαρό όχημα
    pt
    veículo não poluente, veículo limpo
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / customs tariff
    καθαρό βάρος
    pt
    peso, peso líquido
  • seed / botany
    καθαρή σειρά
    pt
    linha pura, linha consanguínea
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – καθαρά no Dicionário infopédia de Grego - Português [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-23 19:59:23]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais