ânimo

â.ni.mo
ˈɐnimu
nome masculino
1.
πνεύμα neutro
contribuiu para a aplacação dos ânimos
συνέβαλε στον κατευνασμό των πνευμάτων
os ânimos estavam exaltados
τα πνεύματα ήταν εξημμένα
2.
ηθικό neutro , σθένος neutro , ευψυχία feminino
dar ânimo (a alguém)
ανεβάζω το ηθικό (κάποιου)
estava de ânimo alentado
είχε ξεθαρρεμένο ηθικό
o ânimo dos recrutas
η ευψυχία των στρατευμένων
recobrar ânimo
ανακτώ το ηθικό μου
3.
διάθεση feminino
estava de mau ânimo
είχε άσχημη διάθεση
ânimo!
κουράγιο!
de ânimo leve
απερίσκεπτα, επιπόλαια
força de ânimo
καρτεροψυχία, γενναιοψυχία
grandeza de ânimo
ψυχικό μεγαλείο
ANAGRAMAS
Porto Editora – ânimo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-24 14:21:32]. Disponível em