índole

ín.do.le
ˈĩdul(ə)
nome feminino
1.
χαρακτήρας masculino , ιδιοσυγκρασία, ψυχοσύνθεση, φύση
índole caprichosa
καπριτσιόζος χαρακτήρας
pelos atos, vê-se que é de índole generosa
οι πράξεις του δείχνουν ότι έχει γενναιόδωρη ψυχοσύνθεση
ser de índole bondosa e alegre
έχω καλοσυνάτη και χαρούμενη ιδιοσυγκρασία
2.
ποιόν neutro
era tudo gente da mesma índole
ήταν όλοι άνθρωποι με το ίδιο ποιόν
3.
figurado χαρακτήρας masculino , φύση
doença de índole hereditária
ασθένεια κληρονομικού χαρακτήρα
de boa índole
καλοσυνάτος
de má índole
δύστροπος
Como referenciar: Porto Editora – índole no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-21 09:27:10]. Disponível em