abafar

a.ba.far
ɐbɐˈfar
verbo transitivo
2.
πνίγω, στραγγαλίαζω
deitou-lhe a mão ao pescoço para o abafar
τον έπιασε από το λαιμό, για να τον πνίξει
3.
κουκουλώνω
abafar uma criança para que não se constipe
κουκουλώνω ένα παιδί για να μην κρυώσει
4.
(sons, vozes, etc.) πνίγω, χαμηλώνω
a distância abafava o som das conversas
η απόσταση χαμήλωνε τον ήχο της κουβέντας τους
o tapete abafou-lhe os passos
το χαλί έπνιξε τα βήματά του
5.
(chamas, fogo, etc.) πνίγω, σβήνω
tentou abafar as chamas com uma manta
προσπάθησε να σβήσει τις φλόγες με μια κουβέρτα
6.
καταπνίγω, καταστέλλω
abafar um sentimento
καταπνίγω ένα συναίσθημα
abafar um sorriso de troça
καταπνίγω ένα χλευαστικό χαμόγελο
ela abafou a custo as lágrimas
κατέπνιξε με κόπο τα δάκυρά της
7.
figurado κουκουλώνω, αποσιωπώ, συγκαλύπτω, καπακώνω
abafar um caso de corrupção
αποσιωπώ μια υπόθεση διαφθοράς
abafar um problema
κουκουλώνω ένα πρόβλημα
8.
figurado, coloquial σουφρώνω, βουτώ, ξαφρίζω
abafou dinheiro aos pais
σούφρωσε χρήματα από τους γονείς του
9.
NÁUTICA (velas) μαζεύω, τυλίγω
abafar as velas
μαζεύω τα πανιά
verbo intransitivo
1.
ασφυκτιώ, πνίγομαι, αποπνίγομαι
de tanto correr, começou a abafar
από το πολύ τρέξιμο, άρχισε να πνίγεται
sentir-se abafar
νιώθω να ασφυκτιώ
2.
figurado πνίγομαι
abafar de indignação
πνίγομαι από αγανάκτηση
NÁUTICA abafa!
μάζευε τα πανιά!
Como referenciar: Porto Editora – abafar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-20 21:34:37]. Disponível em