abalado

abalada
a.ba.la.do
ɐbɐˈladu
adjetivo
2.
ταρακουνημένος, κουνημένος, δονημένος, τρανταγμένος
na região abalada pelo sismo, há muitos estragos materiais
στην ταρακουνημένη από το σεισμό περιοχή, υπάρχουν πολλές υλικές ζημιές
3.
figurado κλονισμένος, ταρακουνημένος
notei que ficou com as suas convicções um tanto abaladas
παρατήρησα ότι έμεινε με κάπως κλονισμένες τις πεποιθήσεις του
4.
figurado (pessoa) ταραγμένος, συγκλονισμένος
ficou muito abalado com a morte do pai
είναι πολύ ταραγμένος με το θάνατο του πατέρα του
5.
figurado (saúde) κλονισμένος, εξασθενισμένος
depois do acidente, ficou com a saúde bastante abalada
μετά το δυστύχημα, η υγεία του έμεινε πολύ κλονισμένη
ANAGRAMAS
abalado
forma do verbo abalar
particípio passado de abalar
Como referenciar: Porto Editora – abalado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-15 21:09:06]. Disponível em