abalar

a.ba.lar
ɐbɐˈlar
verbo transitivo
2.
κουνώ, ταρακουνώ
abalou-o de alto a baixo
τον ταρακούνησε σύγκορμα
3.
figurado κλονίζω
abalar as convicções (de alguém)
κλονίζω τις πεποιθήσεις (κάποιου)
abalar o moral (de alguém)
κλονίζω το ηθικό (κάποιου)
acontecimento que abalou a paz mundial
γεγονός που κλόνισε την παγκόσμια ειρήνη
aquela mentira abalou a minha confiança nele
εκείνο το ψέμα κλόνισε την εμπιστοσύνη μου σ' αυτόν
as revelações abalaram o seu lugar no governo
οι αποκαλύψεις κλόνισαν τη θέση του στην κυβέρνηση
4.
figurado ταράζω, συγκλονίζω
a desgraça dela abalou o coração de muita gente
η συμφορά της συγκλόνισε πολλές καρδιές
a má notícia abalou-nos a todos
η άσχημη είδηση μας συγκλόνισε όλους
o acontecimento abalou a opinião pública
το γεγονός τάραξε την κοινή γνώμη
5.
figurado (saúde, etc.) κλονίζω, εξασθενίζω
a doença está a abalá-lo bastante
η αρρώστια τον εξασθενίζει αρκετά
o acidente abalou-lhe a saúde
το δυστύχημα του κλόνισε την υγεία
verbo intransitivo
1.
κουνώ, σείομαι, ταρακουνιέμαι, τραντάζομαι
desta vez, a terra abalou mesmo
αυτή τη φορά, η γη κούνησε για τα καλά
2.
φεύγω, αναχωρώ
abalou de casa sem dizer aonde ia
έφυγε από το σπίτι χωρίς να πει πού πήγαινε
quando é que eles abalaram para Lisboa?
πότε αναχώρησαν αυτοί για Λισαβώνα;
3.
την κοπανώ, το σκάω, το βάζω στα πόδια
abalou antes que lhe pedissem explicações
την κοπάνησε προτού του ζητήσουν εξηγήσεις
Como referenciar: Porto Editora – abalar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-24 08:43:38]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
abalo prévio / precursos
προσεισμική δόνηση, προσεισμός
CIÊNCIAS, MEIO AMBIENTE
abalo / choque / sismo / terramoto / tremor de terra
σεισμική δόνηση, σεισμός