abanar

a.ba.nar
ɐbɐˈnar
verbo transitivo
2.
κουνώ
abanar a cabeça
κουνώ το κεφάλι μου
abanar as mãos para secarem
κουνώ τα χέρια μου για να στεγνώσουν
abanar o rabo
κουνώ την ουρά μου
abanar uma árvore para caírem frutos
κουνώ ένα δέντρο για να πέσουν καρποί
abanei o papel para a tinta secar
κούνησα το χαρτί για να στεγνώσει το μελάνι
abanou o lenço em sinal de despedida
κούνησε το μαντήλι της σε αποχαιρετισμό
o vento abana a folhagem das árvores
ο αέρας κουνάει τα φυλλώματα των δένδρων
3.
ταρακουνώ, τραντάζω, σκουντώ
abanei-o pela aba do casaco
τον ταρακούνησα από το πέτο του σακακιού
pôs-se a abanar as grades do portão
βάλθηκε να τραντάζει τα κάγκελα της πύλης
4.
figurado κλονίζω
problemas que lhe abanaram o sistema nervoso
προβλήματα που της κλόνισαν το νευρικό σύστημα
verbo intransitivo
κουνώ, κουνιέμαι
abanar com a cabeça
κουνώ το κεφάλι μου
depois do tremor de terra, os candeeiros ficaram a abanar
μετά το σεισμό, οι πολυέλαιοι κουνιούνταν
o meu filho tem um dente a abanar
ο γιος μου έχει ένα δόντι που κουνιέται
pôs-se a abanar com os pés
βάλθηκε να κουνά τα πόδια του
de mãos a abanar
άφραγκος, χωρίς φράγκο
ficar de mãos a abanar
μένω άφραγκος
Como referenciar: Porto Editora – abanar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-28 23:25:57]. Disponível em