abdicar

ab.di.car
ɐbdiˈkar
verbo intransitivo
1.
παραιτούμαι
o soberano anunciou que vai abdicar
ο μονάρχης ανάγγειλε πως θα παραιτηθεί
2.
παραιτούμαι [de, από]
abdicar do exercício do poder
παραιτούμαι από την άσκηση της εξουσίας
abdicar do trono
παραιτούμαι από το θρόνο
3.
παραιτούμαι [em, υπέρ]
o monarca abdicou no filho mais velho
ο μονάρχης παραιτήθηκε υπέρ του πρωτοτόκου
4.
απαρνούμαι [de, -]
abdicar de um hábito
απαρνούμαι μια συνήθεια
abdicar de um privilégio
απαρνούμαι ένα προνόμιο
Porto Editora – abdicar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 14:44:34]. Disponível em