abominar

a.bo.mi.nar
ɐbumiˈnar
verbo transitivo
1.
αποτροπιάζομαι
abominar a cobardia
αποτροπιάζομαι τη δειλία
abominar a mentira
αποτροπιάζομαι το ψέμα
2.
απεχθάνομαι, αποστρέφομαι
abominar situações dúbias
αποστρέφομαι τις διφορούμενες καταστάσεις
abomina ser incomodado sem razão
απεχθάνεται να τον ενοχλήσουν χωρίς λόγο
ANAGRAMAS
Porto Editora – abominar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 04:10:24]. Disponível em