abordar

a.bor.dar
ɐburˈdar
verbo transitivo
2.
NÁUTICA εμβολίζω, κάνω ρεσάλτο
abordar um navio inimigo
κάνω ρεσάλτο σε εχθρικό πλοίο
3.
πλησιάζω, πλευρίζω, προσεγγίζω
abordar (alguém) para pedir um favor
προσεγγίζω (κάποιον) για να ζητήσω μια χάρη
abordou-me supostamente por acaso, mas tinha segundas intenções
με πλεύρισε τάχα τυχαία, μα κινήθηκε από υστεροβουλία
4.
θίγω
abordou uma questão importante
έθιξε ένα σημαντικό ζήτημα
foi o primeiro a abordar o problema
ήταν ο πρώτος που έθιξε το πρόβλημα
o caso foi abordado, mas não ficou resolvido
η υπόθεση θίχτηκε, μα δεν λύθηκε
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – abordar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-19 20:49:46]. Disponível em