a.bra.çar
ɐbrɐˈsar
ɐbrɐˈsarverbo transitivo
1.
αγκαλιάζω, ασπάζομαι, εναγκαλίζομαι literário
abraçar um irmão
αγκαλιάζω έναν αδελφό μου
abraçou-o com força
τον αγκάλιασε σφικτά
2.
figurado περικυκλώνω, περιβάλλω
muralhas que abraçam uma cidade
τείχη που περικυκλώνουν μια πόλη
3.
figurado ασπάζομαι, ενστερνίζομαι, εγκολπώνομαι literário
abraçar o budismo
ασπάζομαι τον βουδισμό
abraçar uma teoria
ενστερνίζομαι μια θεωρία
abraçar um ideal político
ενστερνίζομαι ένα πολιτικό ιδεώδες
abraçou a carreira militar
ενστερνίστηκε τη στρατιωτική καριέρα
abraçou os ideais do comunismo
εγκολπώθηκε τα ιδεώδη του κομουνισμού
abraçar uma religião
ασπάζομαι μια θρησκεία
Partilhar
Como referenciar 
abraçar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/abraçar [visualizado em 2026-07-21 16:06:07].