abrandar

a.bran.dar
ɐbrɐ̃ˈdar
verbo transitivo
2.
καταπραΰνω, μετριάζω, απαλύνω, μαλακώνω
as medidas que tomou abrandaram os protestos das pessoas
τα μέτρα του μετρίασαν τις διαμαρτυρίες του κόσμου
não conseguiu abrandar a inimizade da multidão
δεν κατάφερε να μετριάσει την εχθρότητα του πλήθους
o tempo abrandou a sua tristeza
ο χρόνος απάλυνε τη θλίψη της
3.
ελαττώνω, μειώνω
os anos abrandaram a sua irascibilidade
τα χρόνια ελάττωσαν την οξυθυμία του
4.
επιβραδύνω
abrandar um processo
επιβραδύνω μια διαδικασία
verbo intransitivo
1.
ελαττώνομαι, μειώνομαι
a dor está a abrandar
ο πόνος ελαττώνεται
ultimamente, o seu entusiasmo abrandou
τελευταία, ο ενθουσιασμός του μειώθηκε
2.
επιβραδύνω
deves abrandar mais nas curvas
πρέπει να επιβραδύνεις περισσότερο στις στροφές
passou o cruzamento sem abrandar
πέρασε τη διασταύρωση χωρίς να επιβραδύνει
3.
γαληνεύω, κοπάζω
o vento não abrandou nada
ο αέρας δεν κόπασε καθόλου
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – abrandar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-16 11:17:03]. Disponível em