abrasar

a.bra.sar
ɐbrɐˈzar
verbo transitivo
2.
πυρακτώνω, πυρώνω
abrasar um metal
πυρακτώνω ένα μέταλλο
3.
πυρώνω
o sol abrasava a planície
ο ήλιος πύρωνε την πεδιάδα
os raios solares abrasavam os banhistas
οι ακτίνες του ήλιου πύρωναν τους λουόμενους
4.
φλέγω
paixão que abrasa (alguém)
πάθος που φλέγει (κάποιον)
5.
λειαίνω
abrasar uma superfície áspera
λειαίνω μια τραχιά επιφάνεια
verbo intransitivo
καίω
naquele dia, o sol abrasava
εκείνη την ημέρα, ο ήλιος έκαιγε
Como referenciar: Porto Editora – abrasar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-26 19:52:28]. Disponível em