abusar

a.bu.sar
ɐbuˈzar
verbo transitivo
2.
εκμεταλλεύομαι [de, -]
abusar da inferioridade (de alguém)
εκμεταλλεύομαι την μειονεκτικότητα (κάποιου)
abusar da liberalidade dum superior
εκμεταλλεύομαι την ανεκτικότητα ενός ανωτέρου
abusar da paciência (de alguém)
εκμεταλλεύομαι την υπομονή (κάποιου)
abusar de alguém
εκμεταλλεύομαι κάποιον
estás a abusar da minha boa-fé!
εκμεταλλεύεσαι την καλοπιστία μου!
3.
κακομεταχειρίζομαι [de, -]
abusar de uma pessoa fraca
κακομεταχειρίζομαι ένα αδύναμο άτομο
4.
κάνω κατάχρηση [de, + gen.]
abusar da pimenta
κάνω κατάχρηση πιπεριού
abusar dos medicamentos
κάνω κατάχρηση φαρμάκων
verbo intransitivo
το παρακάνω
acho que estás a abusar
νομίζω ότι το παρακάνεις
abusar da bebida
πίνω πολύ
abusar da comida
παρατρώω
abusar sexualmente de uma mulher
βιάζω μια γυναίκα
Como referenciar: Porto Editora – abusar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-26 01:36:10]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
abuso processual na nomeação
παραβιάσεις διαδικασιών κατά το διορισμό υπαλλήλων
ATIVIDADE POLÍTICA, DIREITO
abuso de poder
κατάχρηση εξουσίας
Convenção em matéria de prevenção, controlo e repressão do abuso, tráfico e produção ilícita de estupefacientes, substâncias psicotrópicas e outros produtos químicos análogos
Σύμβαση σχετικά με την πρόληψη, τον έλεγχο και την αναχαίτηση της κατάχρησης του αθέμιτου εμπορίου και της αθέμιτης παραγωγής ναρκωτικών, ψυχοτρόπων ουσιών και συναφών χημικών μέσων
DIREITO
abuso de poder / desvio de poder / excesso de poder
κατάχρηση εξουσίας, υπέρβαση εξουσίας
abuso de direito
κατάχρηση δικαιωμάτων
abuso processual
παραβίαση διαδικασιών
VER +