acantoar

a.can.to.ar
ɐkɐ̃ˈtwar
verbo transitivo
1.
βάζω σε γωνία, στριμώχνω σε γωνία
2.
κρύβω
verbo pronominal
στριμώχνομαι σε γωνία
obrigou o adversário a acantoar-se
ανάγκασε τον αντίπαλο να στριμωχθεί στη γωνία
Porto Editora – acantoar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 10:48:32]. Disponível em