achar

a.char
ɐˈʃar
verbo transitivo
2.
νομίζω, πιστεύω
acha que todos o devem admirar
νομίζει ότι όλοι οφείλουν να τον θαυμάζουν
acho que absorveu os conceitos mais importantes
νομίζω πως αφομοίωσε τις σημαντικότερες έννοιες
acho que estás a abusar
νομίζω ότι το παρακάνεις
acho que os bilhetes se vão esgotar
πιστεύω ότι τα εισιτήρια θα εξαντληθούν
acho que tudo há de correr bem
πιστεύω πως όλα θα πάνε καλά
acho que sim/não
νομίζω πως ναι/όχι
em que medida achas que vai haver problema?
κατά πόσο νομίζεις ότι θα υπάρξει πρόβλημα;
3.
βρίσκω, θεωρώ
acho a opinião deles interessante
βρίσκω ενδιαφέρουσα την άποψή τους
acho conveniente que te acauteles
θεωρώ καλό να προσέχεις
acho improvável que tal aconteça
βρίσκω απίθανο να γίνει κάτι τέτοιο
acho inútil esse procedimento
βρίσκω αυτή την ενέργεια ανώφελη
não acho justo que...
δεν θεωρώ δίκαιο το ότι...
achar bem
βρίσκω σωστό
achar mal
δεν βρίσκω σωστό
achar por bem
θεωρώ σωστό
achar que dizer
ψεγαδιάζω, βρίσκω ψεγάδι
(provérbio) achar quem o ensine
βρίσκω το μάστορά μου
(provérbio) achar testo para a sua panela
κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι
achei!
το βρήκα!
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – achar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-25 11:55:23]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
INDÚSTRIA
aquecedor de achas refratárias
θερμάστρα αερίου-τζάκι
TRANSPORTES
não se achou fundo
απύθμενα, χωρίς βυθό