acobertar

a.co.ber.tar
ɐkubərˈtar
verbo transitivo
2.
προστατεύω
acobertar uma pessoa caída em desgraça
προστατεύω κάποιον που έπεσε σε δυσμένεια
sentiu-se acobertado pelos amigos
ένιωσε προστατευμένος από τους φίλους του
3.
χαμουρώνω, αρματώνω
acobertar uma montada
χαμουρώνω ένα άλογο
4.
συγκαλύπτω, αποκρύπτω
acobertar atos ilegais
συγκαλύπτω παράνομες πράξεις
acobertar escândalos
συγκαλύπτω σκάνδαλα
acobertar um caso de suborno
αποκρύπτω μια περίπτωση δωροδοκίας
VEJA TAMBÉM
VER +
Como referenciar: Porto Editora – acobertar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-26 18:48:52]. Disponível em