acolher

a.co.lher
ɐkuˈʎer
verbo transitivo
1.
υποδέχομαι, δέχομαι
a cidade embandeirou-se para acolher os heróis
η πόλη σημαιοστολίστηκε για να υποδεχτεί τους ήρωες
acolheu-me cordialmente
με δέχθηκε εγκάρδια
acolheu-nos de braços abertos
μας υποδέχτηκε με ανοικτές αγκάλες
acolheu os visitantes no salão nobre
υποδέχτηκε τους επισκέπτες στην αίθουσα τελετών
as pessoas acolheram calorosamente o presidente
ο κόσμος υποδέχτηκε θερμά τον πρόεδρο
2.
φιλοξενώ
a cidade que acolheu os últimos Jogos Olímpicos
η πόλη που φιλοξένησε τους τελευταίους Ολυμπιακούς Αγώνες
acolheu um parente da província
φιλοξένησε ένα συγγενή από την επαρχία
um amigo acolheu-a em sua casa
ένας φίλος της την φιλοξένησε σπίτι του
3.
στεγάζω, δέχομαι
instituição que acolhe crianças abandonadas
ίδρυμα που στεγάζει έκθετα παιδιά
4.
δέχομαι
acolheu a proposta com entusiasmo
δέχτηκε την πρόταση με ενθουσιασμό
acolheu a reprimenda sem se alterar
δέχτηκε την επίπληξη χωρίς να ταράζεται
não acolheram bem o nosso pedido
δεν δέχτηκαν καλά το αίτημά μας
5.
χαιρετίζω
a notícia da vitória foi acolhida com gritos de entusiasmo
η είδηση της νίκης χαιρετίστηκε με κραυγές ενθουσιασμού
ANAGRAMAS
Porto Editora – acolher no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-06 00:15:16]. Disponível em