acometer

a.co.me.ter
ɐkuməˈter
verbo transitivo
2.
ορμώ [contra, πάνω σε/σε], χυμώ [contra, πάνω σε/σε], ρίχνομαι [contra, πάνω σε/σε], χύνομαι [contra, πάνω σε/σε]
acometeu contra mim com intenções violentas
χύθηκε πάνω μου με άγριες διαθέσεις
era sua intenção acometer contra o adversário sem perda de tempo
η πρόθεσή του ήταν να χυμήξει πάνω στον αντίπαλο χωρίς χρονοτριβή
o leão acometeu contra a presa
το λιοντάρι χύμηξε στη λεία
3.
προσβάλλω
a epidemia acometeu largamente a população
η επιδημία προσέβαλε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού
doença que acomete as videiras
ασθένεια που προσβάλλει τα κλήματα
ela foi acometida por uma vertigem
προσβλήθηκε από ιλίγγους
está acometido pela doença
προσβλήθηκε από αρρώστια
foi acometido por uma infeção grave
προσβλήθηκε από βαριά λοίμωξη
4.
αποπειρώμαι, επιχειρώ
acometeu uma empresa arriscada
αποπειράθηκε ένα παράτολμο εγχείρημα
pensa acometer a escalada sozinho
σκέφτεται να επιχειρήσει μόνος του την ανάβαση
Como referenciar: Porto Editora – acometer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-25 22:37:01]. Disponível em