acomodar

a.co.mo.dar
ɐkumuˈdar
verbo transitivo
1.
βολεύω, τακτοποιώ
acomodou a mala na bagageira
τακτοποίησε τη βαλίτσα στη μπαγκαζιέρα
acomodou as compras na despensa
βόλεψε τα ψώνια στην αποθηκούλα
acomodou o bebé na cadeira própria
βόλεψε το μωρό στο ειδικό καρεκλάκι
quis ser ele a acomodar as bagagens
θέλησε να τακτοποιήσει ο ίδιος τις αποσκευές
tens que acomodar melhor os ovos
πρέπει να βολέψεις καλύτερα τα αυγά
2.
φιλοξενώ, στεγάζω, παρέχω κατάλυμα [σε], σπιτώνω
acomodei-o num quarto espaçoso
τον φιλοξένησα σ' ένα ευρύχωρο δωμάτιο
não tenho espaço para acomodar mais ninguém
δεν έχω χώρο να φιλοξενήσω κανέναν άλλο
resolveram acomodá-los provisoriamente ali
αποφάσισαν να τους στεγάσουν προσωρινά εκεί
3.
βολεύω [em, σε]
acomodar um doente na cama
βολεύω έναν άρρωστο στο κρεβάτι
4.
figurado βολεύω [em, σε], χώνω [em, σε]
acomodou o filho no escritório em que trabalha
βόλεψε το παιδί του στο γραφείο όπου εργάζεται
acomodou o filho num bom emprego
έχωσε το παιδί του σε μια καλή δουλειά
5.
χωρώ
este sofá acomoda bem três pessoas
αυτός ο καναπές χωρά άνετα τρία άτομα
sala que acomoda para cima de duzentas pessoas
αίθουσα που χωράει πάνω από διακόσια άτομα
6.
προσαρμόζω [a, σε]
acomodou a sua atitude às circunstâncias
προσάρμοσε τη στάση του στις περιστάσεις
Porto Editora – acomodar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 05:03:51]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
TRANSPORTES
hangar de aeronaves / hangar para acomodar aeronave
υπόστεγο αεροσκαφών