acompanhar

a.com.pa.nhar
ɐkõpɐˈɲar
verbo transitivo
2.
συνοδεύω
acompanhar (alguém) a casa
συνοδεύω (κάποιον) σπίτι
acompanhar (alguém) ao piano
συνοδεύω (κάποιον) στο πιάνο
acompanhar uma menina
συνοδεύω μια δεσποινίδα
acompanhou as palavras com um gesto de impaciência
συνόδευσε τα λόγια του με μια κίνηση ανυπομονησίας
fez questão em me acompanhar
επέμενε να με συνοδεύσει
notas que acompanham um texto
υποσημειώσεις που συνοδεύουν ένα κείμενο
o guia que acompanha os turistas
ο ξεναγός που συνοδεύει τους τουρίστες
o guitarrista que acompanha o cantor
ο κιθαρίστας που συνοδεύει τον τραγουδιστή
os músicos que acompanhavam a companhia de bailado
οι μουσικοί που συνόδευαν το μπαλέτο
veio a acompanhar o marido
ήρθε συνοδεύοντας τον άνδρα της
3.
παρακολουθώ
acompanhar as tendências da moda
παρακολουθώ τις τάσεις της μόδας
acompanhar de perto os acontecimentos
παρακολουθώ από κοντά τις εξελίξεις
acompanhou facilmente o sentido daquelas palavras
παρακολούθησε εύκολα το νόημα εκείνων των λεγόμενων
acompanhou todas as fases do processo
παρακολούθησε όλες τις φάσεις της διαδικασίας
o paciente foi acompanhado com grande competência
ο ασθενής παρακολουθήθηκε με μεγάλη ικανότητα
teve dificuldade em acompanhar a conversa
δυσκολεύτηκε να παρακολουθήσει τη συζήτηση
4.
στηρίζω
pais que acompanham atentamente os filhos
γονείς που στηρίζουν προσεκτικά τα παιδιά τους
5.
ξεπροβοδίζω
acompanhei-o à paragem do autocarro
τον ξεπροβόδισα στη στάση του λεωφορείου
acompanhou-me à porta de casa
με ξεπροβόδισε στην πόρτα του σπιτιού
todos me acompanharam à estação
όλοι με ξεπροβόδισαν στο σταθμό
6.
ακολουθώ
a estrada acompanha a orla da montanha
ο δρόμος ακολουθεί τις παρυφές του βουνού
esforçou-se por acompanhar o meu passo
πάσχισε να ακολουθήσει το βηματισμό μου
não consegui acompanhar o seu ritmo
δεν κατάφερα να ακολουθήσω το ρυθμό του
7.
συμβαδίζω [με]
bem-estar social que não acompanha o progresso tecnológico
κοινωνική ευμάρεια που δεν συμβαδίζει με την τεχνολογική πρόοδο
pessoa que acompanha o evoluir da sociedade
άνθρωπος που συμβαδίζει με την εξέλιξη της κοινωνίας
8.
συμπαραστέκομαι
acompanhar (alguém) na sua dor
συμπαραστέκομαι (σε κάποιον) στην θλίψη του
acompanhar um amigo que perdeu o pai
συμπαραστέκομαι σ' ένα φίλο που έχασε τον πατέρα του
acompanhou-me nos momentos mais difíceis
μου συμπαραστάθηκε στις πιο δύσκολες στιγμές
9.
CULINÁRIA γαρνίρω, συνοδεύω
acompanhou a carne com arroz e legumes
συνόδευσε το κρέας με ρύζι και λαχανικά
dois acompanham-se, três aborrecem-se
στους δύο, τρίτος δεν χωράει
que Deus te acompanhe!
ο Θεός να σ' έχει καλά!
Como referenciar: Porto Editora – acompanhar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-23 21:20:03]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS, ENERGIA
o túnel acompanha o filão
διεύθυνση εκσκαφής σήραγγας
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
vento acompanhando a onda
ακολουθών άνεμος
DIREITO, QUESTÕES SOCIAIS
menor não acompanhado
ασυνόδευτος ανήλικος, μη συνοδευόμενος ανήλικος αιτών άσυλο
estrangeiro menor desacompanhado / estrangeiro menor não acompanhado
αλλοδαπός ασυνόδευτος ανήλικος
VER +