aconselhar

a.con.se.lhar
ɐkõsəˈʎar
verbo transitivo
1.
συμβουλεύω
achava-se no direito de me aconselhar
πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να με συμβουλέψει
acho que me aconselhou bem
νομίζω ότι με συμβούλεψε καλά
aconselhar (alguém) a fazer (alguma coisa)
συμβουλεύω (κάποιον) να κάνει (κάτι)
aconselho-o a exprimir-se com comedimento
σας συμβουλεύω να εκφραστείτε με εφεκτικότητα
agi como me aconselhaste
ενήργησα όπως με συμβούλεψες
2.
συνιστώ
aconselhar prudência (a alguém)
συνιστώ σύνεση (σε κάποιον)
aconselhou-me cautela
μου συνέστησε προσοχή
aconselhou-nos a termos paciência
μας συνέστησε υπομονή
um médico que me foi aconselhado por um amigo
ένας γιατρός που μου συστάθηκε από έναν φίλο
Porto Editora – aconselhar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-06 12:29:09]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
UNIÃO EUROPEIA
assistir e aconselhar os seus superiores
επικουρώ και συμβουλεύω τους ανωτέρους μου
Grupo de Peritos Encarregado de Aconselhar a Comissão sobre a Estratégia em Matéria de Acidentes no Setor dos Transportes
Ομάδα εμπειρογνωμόνων για την παροχή συμβουλών στην Επιτροπή σχετικά με στρατηγική για τα ατυχήματα στον τομέα των μεταφορών