acorrer

a.cor.rer
ɐkuˈʀer
verbo intransitivo
2.
καταφθάνω, συρρέω, τρέχω, σπεύδω, πλακώνω coloquial
as pessoas acorrem a vê-lo
ο κόσμος έτρεξε να τον δει
as pessoas acorriam a ver o milagre
ο κόσμος συνέρρεε να δει το θαύμα
os candidatos acorreram em massa aos nossos escritórios
οι υποψήφιοι συνέρρευσαν σωρηδόν στα γραφεία μας
os fãs dele acorriam de todo o lado
από παντού κατέφθαναν οι θαυμαστές του
3.
προστρέχω
o médico acorreu logo à chamada
ο γιατρός προσέτρεξε αμέσως στο κάλεσμα
todos acorreram a ajudar
όλοι προσέτρεξαν σε βοήθεια
4.
καλύπτω figurado
emprestei-lhe 100 euros para acorrer às despesas imediatas
του δάνεισα 100 ευρώ για να καλύψει τα άμεσα έξοδά του
acorrer (a alguém)
βοηθώ (κάποιον)
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – acorrer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-16 13:33:23]. Disponível em