acreditar

a.cre.di.tar
ɐkrədiˈtar
verbo transitivo
2.
εμπιστεύομαι [em, -]
acredita em toda a gente
εμπιστεύεται όλο τον κόσμο
acreditar no juízo (de alguém)
εμπιστεύομαι την κρίση (κάποιου)
acredito na tua capacidade de reação
εμπιστεύομαι την ικανότητά σου να αντιδράσεις
3.
θεωρώ
não o acredito culpado
δεν τον θεωρώ ένοχο
4.
(diplomacia, etc.) διαπιστεύω
acreditar um diplomata
διαπιστεύω ένα διπλωμάτη
acreditar um jornalista estrangeiro
διαπιστεύω έναν ξένο δημοσιογράφο
5.
εγγυώμαι [-, για]
acreditar a solvência duma empresa
εγγυώμαι για τη φερεγγυότητα μιας εταιρείας
acreditar um amigo
εγγυώμαι για έναν φίλο
verbo intransitivo
RELIGIÃO πιστεύω
acreditar em Deus
πιστεύω στο Θεό
ele diz que não acredita
αυτός λέει ότι δεν πιστεύει
acreditar (em alguém)
πιστεύω (κάποιον)
custar a acreditar
δεν πιστεύω στα αυτιά μου
não acredito (no que dizes)
δεν το πιστεύω
Como referenciar: Porto Editora – acreditar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-25 21:58:12]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, MEIO AMBIENTE
verificador ambiental acreditado
διαδικασία ελέγχου στον τομέα του περιβάλλοντος, διαπιστευμένος επιθεωρητής περιβάλλοντος, διαπιστευμένος περιβαλλοντικός διακριβωτής
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
assistente acreditado
διαπιστευμένος βοηθός, διαπιστευμένος κοινοβουλευτικός βοηθός
DIREITO
delegado acreditado
διαπιστευόμενος αντιπρόσωπος
VER +