acuar

a.cu.ar
ɐˈkwar
verbo intransitivo
1.
μαζεύομαι
a fera acuou, preparando o salto
το αγρίμι μαζεύτηκε, ετοιμάζοντας το άλμα
2.
πισωδρομώ, οπισθοχωρώ
sinónimo
recuar
a montada acuou
το άλογο πισωδρόμησε
3.
figurado οπισθοχωρώ
chegou o momento de acuar
είναι η ώρα για να οπισθοχωρήσουμε
verbo transitivo
στριμώχνω
acuar um fugitivo
στριμώχνω ένα φυγά
acuar um político adversário
στριμώχνω έναν πολιτικό αντίπαλο
os cães acuaram a raposa
τα σκυλιά στρίμωξαν την αλεπού
Porto Editora – acuar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 05:44:35]. Disponível em