acudir

a.cu.dir
ɐkuˈdir
verbo intransitivo
2.
προστρέχω [a, σε/να]
acudir à chamada (de alguém)
προστρέχω στο κάλεσμα (κάποιου)
o médico acudiu logo à chamada
ο γιατρός προσέτρεξε αμέσως στο κάλεσμα
todos acudiram a ajudar
όλοι προσέτρεξαν σε βοήθεια
3.
καταφθάνω, τρέχω, σπεύδω
a polícia acudiu ao banco assaltado
η αστυνομία έσπευσε στην τράπεζα που είχαν ληστέψει
mal foi dado o alarme, as forças da ordem acudiram logo
μόλις δόθηκε ο συναγερμός, κατέφθασαν αμέσως οι δυνάμεις ασφαλείας
os bombeiros acudiram a apagar o incêndio
οι πυροσβέστες έσπευσαν να σβήσουν τη φωτιά
4.
καταφθάνω [a, σε/να], συρρέω [a, σε/να], τρέχω [a, σε/να], σπεύδω [a, σε/να]
o povo acudiu a ver o circo passar
ο κόσμος έτρεξε να δει το τσίρκο που περνούσε
os alunos acudiram a ver o que se passava
οι μαθητές έσπευσαν να δουν τι συνέβαινε
todos acudiram à praça
όλοι συνέρρευσαν στην πλατεία
5.
μου έρχεται [a, σε]
de repente, acudiu-me à ideia que talvez pudéssemos...
ξάφνου, μου ήρθε στο μυαλό ότι ίσως να μπορούσαμε να...
6.
καλύπτω figurado [a, -]
emprestei-lhe dinheiro para acudir às primeiras necessidades
του δάνεισα χρήματα για να καλύψει τις πρώτες ανάγκες του
o ordenado não lhe chega para acudir às despesas
ο μισθός δεν του φτάνει για να καλύψει τα έξοδά του
acudam!
βοήθεια!
Deus me acuda!
ο Θεός να βάλει το χέρι του!
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – acudir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-25 20:25:50]. Disponível em