acusar

a.cu.sar
ɐkuˈzar
verbo transitivo
1.
κατηγορώ [de, για/ως]
acusar (alguém) de um crime
κατηγορώ (κάποιον) για ένα έγκλημα
acusaram-no de fascista
τον κατηγόρησαν ως φασίστα
acusa toda a gente do seu fracasso
κατηγορεί όλο τον κόσμο για την αποτυχία του
é acusado de simonia
κατηγορείται για θεοκαπηλία
o governo foi acusado de fraude eleitoral
η κυβέρνηση κατηγορήθηκε για καλπονοθεία
um pasquim que é acusado de sensacionalismo
μια φυλλάδα που κατηγορείται για κιτρινισμό
2.
καταλογίζω [de, -]
de que é que vocês me acusam?
τι έχετε να με καταλογίσετε;
3.
μαρτυρώ, δείχνω
o aspeto dele acusa desilusão
η όψη του δείχνει απογοήτευση
o corpo começa a acusar-lhe os anos
το σώμα του αρχίζει και μαρτυρά τα χρόνια του
o olhar acusava o que lhe ia na alma
το βλέμμα του μαρτυρούσε τι διαδραματιζόταν στην ψυχή του
voz que acusa cansaço
φωνή που μαρτυρά κούραση
4.
δείχνω
os exames médicos não acusaram nada
οι ιατρικές εξετάσεις δεν έδειξαν τίποτα
acusar a receção (de uma carta, etc.)
γνωστοποιώ/βεβαιώνω λήψη (επιστολής, κτλ.)
ANAGRAMAS
Porto Editora – acusar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 20:15:34]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
acusar uma das Instituições da Comunidade
προσφεύγω κατά οργάνου της Κοινότητας
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
sinal de acuso de receção
επιβεβαιωτικό σήμα
sinal repetido até ao acuso de receção
επαναλαμβανόμενο σήμα μέχρι να επιβεβαιωθεί η λήψη του
acuso de execução
επιβεβαίωση εκτέλεσης
INDÚSTRIA
acusar a receção de um pedido
βεβαίωση λήψεως παραγγελίας
unidade de sinalização de acuso de receção
μονάδα σηματοδότησης του επιβεβαιωτικού σήματος
bit de acuso de receção
δυαδικό ψηφίο αναγνώρισης
VER +