favoritos
a.de.si.voseparador fonéticaɐdəˈzivu
adjetivo
κολλητικός
fita adesiva
κολλητική ταινία
material adesivo
κολλητικό υλικό
nome masculino
τσιρότο neutro, λευκοπλάστης
comprar gazes e adesivo
αγοράζω γάζες και τσιρότο

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • chemistry
    adesivo
    el
    κόλλα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    aderente / adesivo / fixo
    el
    προσκολλητικό
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / life sciences
    ponto adesivo
    el
    σημείον προσκολλητικότητος, σημείον προσφύσεως
  • materials technology / industrial structures
    látex adesivo
    el
    κόλλα latex
  • natural and applied sciences
    poder adesivo
    el
    ικανότητα συγκόλλησης, δύναμη συγκόλλησης
  • electronics industry / information technology and data processing
    adesivo cheio
    el
    πλήρης συγκολλητική ουσία
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / chemical compound
    agente adesivo
    el
    προσκολλητική ουσία
  • information technology and data processing
    estado adesivo
    el
    κολλητική κατάσταση
  • chemistry / chemical compound
    cola vegetal / adesivo vegetal
    el
    φυτική κόλλα, φυτική κόλλα, φυτική κόλλα
  • ENVIRONMENT
    lama de adesivo
    el
    λάσπη κόλλας
  • illness / medical science
    teste do selo / ensaio do emplastro / teste do adesivo / teste do penso
    el
    επιδερμική δοκιμασία
  • industrial structures
    cola de látex / adesivo de látex
    el
    συγκολλητικά από γαλάκτωμα ελαστικού
  • industrial structures
    adesivo polímero
    el
    συγκολλητική ύλη από πολυμερή
  • information technology and data processing
    adesivo condutor
    el
    αγώγιμο συγκολλητικό μέσο
  • materials technology / chemical compound
    adesivo removível
    el
    διαλυτή κόλλα, αφαιρέσιμη συγκολλητική ουσία
  • adesivo anaeróbio
    el
    αναεροβιακή κόλλα
  • waste recycling
    adesivo repulpável
    el
    ανακυκλώσιμη κολλητική ουσία
  • industrial structures
    adesivo tapa tachas / adesivo tapa pregos
    el
    αυτοκόλλητο κάλυμμα
  • chemical compound
    solvente de adesivo
    el
    Διαλύτης
  • industrial structures
    adesivo autocolante
    el
    συγκολλητική ουσία ευαίσθητη σε πίεση
  • industrial structures
    adesivo de borracha
    el
    συγκολλητικά ελαστικού
  • materials technology / industrial structures
    papel adesivo a frio
    el
    χαρτί ψυχρής συγκόλλησης
  • chemical industry
    adesivo termoelástico
    el
    θερμοπλαστική κόλλα
  • chemical industry
    adesivo para laminados
    el
    συγκόλληση δύο επιφανειών με κόλλα
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    adesivo termoendurecível
    el
    θερμοσκληρυνόμενη κόλλα
  • iron, steel and other metal industries
    adesivo de um componente
    el
    μονοσυστατικό κολλώδες
  • adesivo ativado por calor
    el
    κόλλα που ενεργοποιείται με θέρμανση
  • chemical compound
    adesivo de colagem a quente
    el
    θερμόν συγκολλητικόν
  • chemical compound
    adesivo espesso para encaixe
    el
    κόλλα αρμού
  • chemical compound
    adesivo de fusão para sapatos
    el
    θερμοκολλητική κόλλα υποδημάτων
  • materials technology / chemistry
    composição química do adesivo
    el
    χημική σύσταση κόλλας
  • iron, steel and other metal industries
    adesivo de vários componentes
    el
    πολυσυστατικό κολλώδες
  • chemical compound
    adesivo para unir extremidades
    el
    κόλλα για ένωση άκρων
  • materials technology / industrial structures
    papel adesivo à base de polímero
    el
    συγκολλητικό χαρτί με πολυμερές, σύνθετο συγκολλητικό χαρτί
  • materials technology / TRANSPORT / land transport
    propriedade de polimerização do adesivo
    el
    ιδιότητα πολυμερισμού της κολλητικής ουσίας
  • chemical compound
    adesivo de aplicação em componentes separados
    el
    κόλλα δύο συστατικών με ξεχωριστή εφαρμογή
  • electronics industry / information technology and data processing
    escorrer o adesivo para fora da zona a soldar
    el
    διαφυγή
  • building and public works / industrial structures
    fita gomada / fita adesiva
    el
    χαρτί συγκόλλησης
  • INDUSTRY
    fita adesiva
    el
    κολλητική ταινία
  • chemical compound / industrial structures
    fita adesiva
    el
    συγκολλητική ταινία
  • materials technology
    cera adesiva
    el
    συγκολλητικό κερί, κερί συγκόλλησης
  • materials technology
    banda adesiva
    el
    ανασταλτικό παρέμβυσμα, ταινία ανασταλτικού υλικού
  • medical science
    etiqueta autocolante / etiqueta adesiva
    el
    αυτοκόλλητη ετικέτα
  • materials technology
    etiqueta adesiva
    el
    ετικέτα για κόλληση
  • iron, steel and other metal industries
    resistência adesiva / resistência de aderência
    el
    αντοχή πρόσφυσης, αντίσταση τριβής
  • chemical compound
    solução de adesivos
    el
    διαλυτή κόλλα
  • iron, steel and other metal industries
    camada adesiva seca
    el
    στρώμα ξηρού χρώματος
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – adesivo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-20 07:45:20]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada adesivo

thumbnail gesto
ver

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • chemistry
    adesivo
    el
    κόλλα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    aderente / adesivo / fixo
    el
    προσκολλητικό
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / life sciences
    ponto adesivo
    el
    σημείον προσκολλητικότητος, σημείον προσφύσεως
  • materials technology / industrial structures
    látex adesivo
    el
    κόλλα latex
  • natural and applied sciences
    poder adesivo
    el
    ικανότητα συγκόλλησης, δύναμη συγκόλλησης
  • electronics industry / information technology and data processing
    adesivo cheio
    el
    πλήρης συγκολλητική ουσία
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / chemical compound
    agente adesivo
    el
    προσκολλητική ουσία
  • information technology and data processing
    estado adesivo
    el
    κολλητική κατάσταση
  • chemistry / chemical compound
    cola vegetal / adesivo vegetal
    el
    φυτική κόλλα, φυτική κόλλα, φυτική κόλλα
  • ENVIRONMENT
    lama de adesivo
    el
    λάσπη κόλλας
  • illness / medical science
    teste do selo / ensaio do emplastro / teste do adesivo / teste do penso
    el
    επιδερμική δοκιμασία
  • industrial structures
    cola de látex / adesivo de látex
    el
    συγκολλητικά από γαλάκτωμα ελαστικού
  • industrial structures
    adesivo polímero
    el
    συγκολλητική ύλη από πολυμερή
  • information technology and data processing
    adesivo condutor
    el
    αγώγιμο συγκολλητικό μέσο
  • materials technology / chemical compound
    adesivo removível
    el
    διαλυτή κόλλα, αφαιρέσιμη συγκολλητική ουσία
  • adesivo anaeróbio
    el
    αναεροβιακή κόλλα
  • waste recycling
    adesivo repulpável
    el
    ανακυκλώσιμη κολλητική ουσία
  • industrial structures
    adesivo tapa tachas / adesivo tapa pregos
    el
    αυτοκόλλητο κάλυμμα
  • chemical compound
    solvente de adesivo
    el
    Διαλύτης
  • industrial structures
    adesivo autocolante
    el
    συγκολλητική ουσία ευαίσθητη σε πίεση
  • industrial structures
    adesivo de borracha
    el
    συγκολλητικά ελαστικού
  • materials technology / industrial structures
    papel adesivo a frio
    el
    χαρτί ψυχρής συγκόλλησης
  • chemical industry
    adesivo termoelástico
    el
    θερμοπλαστική κόλλα
  • chemical industry
    adesivo para laminados
    el
    συγκόλληση δύο επιφανειών με κόλλα
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    adesivo termoendurecível
    el
    θερμοσκληρυνόμενη κόλλα
  • iron, steel and other metal industries
    adesivo de um componente
    el
    μονοσυστατικό κολλώδες
  • adesivo ativado por calor
    el
    κόλλα που ενεργοποιείται με θέρμανση
  • chemical compound
    adesivo de colagem a quente
    el
    θερμόν συγκολλητικόν
  • chemical compound
    adesivo espesso para encaixe
    el
    κόλλα αρμού
  • chemical compound
    adesivo de fusão para sapatos
    el
    θερμοκολλητική κόλλα υποδημάτων
  • materials technology / chemistry
    composição química do adesivo
    el
    χημική σύσταση κόλλας
  • iron, steel and other metal industries
    adesivo de vários componentes
    el
    πολυσυστατικό κολλώδες
  • chemical compound
    adesivo para unir extremidades
    el
    κόλλα για ένωση άκρων
  • materials technology / industrial structures
    papel adesivo à base de polímero
    el
    συγκολλητικό χαρτί με πολυμερές, σύνθετο συγκολλητικό χαρτί
  • materials technology / TRANSPORT / land transport
    propriedade de polimerização do adesivo
    el
    ιδιότητα πολυμερισμού της κολλητικής ουσίας
  • chemical compound
    adesivo de aplicação em componentes separados
    el
    κόλλα δύο συστατικών με ξεχωριστή εφαρμογή
  • electronics industry / information technology and data processing
    escorrer o adesivo para fora da zona a soldar
    el
    διαφυγή
  • building and public works / industrial structures
    fita gomada / fita adesiva
    el
    χαρτί συγκόλλησης
  • INDUSTRY
    fita adesiva
    el
    κολλητική ταινία
  • chemical compound / industrial structures
    fita adesiva
    el
    συγκολλητική ταινία
  • materials technology
    cera adesiva
    el
    συγκολλητικό κερί, κερί συγκόλλησης
  • materials technology
    banda adesiva
    el
    ανασταλτικό παρέμβυσμα, ταινία ανασταλτικού υλικού
  • medical science
    etiqueta autocolante / etiqueta adesiva
    el
    αυτοκόλλητη ετικέτα
  • materials technology
    etiqueta adesiva
    el
    ετικέτα για κόλληση
  • iron, steel and other metal industries
    resistência adesiva / resistência de aderência
    el
    αντοχή πρόσφυσης, αντίσταση τριβής
  • chemical compound
    solução de adesivos
    el
    διαλυτή κόλλα
  • iron, steel and other metal industries
    camada adesiva seca
    el
    στρώμα ξηρού χρώματος
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – adesivo no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-20 07:45:20]. Disponível em