adorar

a.do.rar
ɐduˈrar
verbo transitivo
1.
λατρεύω
adorar a Virgem e os santos
λατρεύω την Παναγία και τους αγίους
adorar divindades pagãs
λατρεύω παγανιστικές θεότητες
adorar o Sol
λατρεύω τον Ήλιο
2.
figurado λατρεύω, υπεραγαπώ
ela adora os filhos
λατρεύει τα παιδιά της
3.
figurado λατρεύω, μου αρέσει πολύ
adora a música do seu país
λατρεύει τη μουσική της χώρας του
adora chocolate
λατρεύει τη σοκολάτα
4.
figurado μου αρέσει πολύ
adora provocar conflitos
του αρέσει πολύ να σπέρνει ζιζάνια
eu adorei ir ao Egito
μου άρεσε πολύ που πήγα στην Αίγυπτο
VEJA TAMBÉM
VER +
ANAGRAMAS
Porto Editora – adorar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-07 05:18:09]. Disponível em