afirmar

a.fir.mar
ɐfirˈmar
verbo transitivo
1.
διατείνομαι, ισχυρίζομαι, υποστηρίζω
afirma que ninguém o tinha informado
υποστηρίζει ότι κανείς δεν τον είχε ενημερώσει
ele afirma que chegou primeiro
διατείνεται ότι έφτασε πρώτος
não o afirmaria se não tivesse a certeza
δεν θα το ισχυριζόμουν αν δεν ήμουν σίγουρος
tudo o que afirmou é verdade
όλα όσα ισχυρίστηκε είναι αλήθεια
2.
διαβεβαιώνω
afirmou-nos que não está interessado no emprego
μας διαβεβαίωσε ότι δεν τον ενδιαφέρει η θέση
3.
εδραιώνω
a ditadura foi afirmando o seu poder
σιγά-σιγά, η δικτατορία εδραίωσε την εξουσία της
Porto Editora – afirmar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 20:20:14]. Disponível em