afugentar

a.fu.gen.tar
ɐfuʒẽˈtar
verbo transitivo
1.
τρέπω σε φυγή, διώχνω
a nossa presença afugentou os pássaros
η παρουσία μας έδιωξε τα πουλιά
os tubarões afugentaram os banhistas
οι καρχαρίες έτρεψαν τους λουόμενους σε φυγή
2.
διώχνω
a conversa afugentou-lhe o sono
η συζήτηση έδιωξε τη νύστα του
afugentar as moscas
διώχνω τις μύγες
o mau cheiro afugentou as pessoas
η κακοσμία έδιωξε τον κόσμο
produto que afugenta as cobras
προϊόν που διώχνει τα φίδια
tentou afugentar os maus pensamentos
προσπάθησε να διώξει τις μαύρες σκέψεις
Porto Editora – afugentar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 00:56:58]. Disponível em