airoso

airosa
ai.ro.so
ajˈrozu
adjetivo
1.
αεράτος
andar airoso
αεράτα βήματα
subiu airosa ao palco
ανέβηκε αεράτη στο παλκοσένικο
2.
χαριτωμένος, χαριτοβριθής literário, χαριτόβρυτος literário
gestos airosos
χαριτωμένες κινήσεις
3.
ευπρεπής, κόσμιος
a resposta dele não foi nada airosa
η απάντησή του δεν ήταν καθόλου κόσμια
conseguiu arranjar uma maneira airosa de recusar
κατάφερε να βρει έναν ευπρεπή τρόπο να αρνηθεί
uma saída airosa
μια καπάτσα λύση
Porto Editora – airoso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 09:13:58]. Disponível em