alargar

a.lar.gar
ɐlɐrˈɡar
verbo transitivo
1.
διευρύνω, πλαταίνω
alargar as competências (de alguém)
πλαταίνω τις αρμοδιότητες (κάποιου)
alargar a sua esfera de influência
διευρύνω τη σφαίρα της επιρροής μου
alargar o seu raio de ação
πλαταίνω τον τομέα δραστηριότητάς μου
alargar os horizontes (de alguém)
διευρύνω τους ορίζοντες (κάποιου)
quer alargar os seus conhecimentos
θέλει να διευρύνει τις γνώσεις του
2.
φαρδαίνω, πλαταίνω
alargar uma autoestrada
πλαταίνω έναν αυτοκινητόδρομο
alargar uma saia na cintura
φαρδαίνω μια φούστα στη μέση
3.
επεκτείνω
alargar uma rede de abastecimento de água
επεκτείνω ένα δίκτυο ύδρευσης
o país alargou a sua zona de influência
η χώρα επεξέτεινε τη σφαίρα επιρροής της
4.
χαλαρώνω
alargar o cinto
χαλαρώνω το ζωνάρι μου
alargar um nó
χαλαρώνω έναν κόμπο
tentou alargar um pouco as cordas que o prendiam
προσπάθησε να χαλαρώσει λίγο τα σκοινιά που τον έδεναν
5.
παρατείνω
alargar um prazo
παρατείνω μια προθεσμία
verbo intransitivo
φαρδαίνω, πλαταίνω
a cintura dele alargou muito
η μέση του φάρδυνε πολύ
aqui, o rio alarga
εδώ, το ποτάμι πλαταίνει
com a molhadela, os sapatos alargaram
με το βρέξιμο, τα παπούτσια φάρδυναν
mais abaixo, a estrada alarga
πιο κάτω, ο δρόμος πλαταίνει
alargar o passo
ανοίγω το βήμα μου
alargar os cordões à bolsa
καταξοδεύομαι
Porto Editora – alargar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-06 06:21:10]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
Convenção destinada a Alargar a Competência das Autoridades Qualificadas para Aceitar o Reconhecimento de Filhos Naturais
Σύμβαση "περί επεκτάσεως της αρμοδιότητος των εντεταλμένων να δέχωνται αναγνωρίσεις εξωγάμων τέκνων αρχών"
ATIVIDADE POLÍTICA, ECONOMIA, FINANÇAS
mecanismo de financiamento alargado
διευρυμένος πιστωτικός μηχανισμός
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
GPM/GCM alargado
διευρυμένη PMG/MCWG
Mesa alargada / Secretariado alargado do Parlamento Europeu
Διευρυμένο Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
VER +