aliciar

a.li.ci.ar
ɐliˈsjar
verbo transitivo
1.
δελεάζω
aliciaram-no com falsas promessas
τον δελέασαν με ψεύτικες υποσχέσεις
o baixo preço do apartamento aliciou-nos
μας δελέασε η χαμηλή τιμή του διαμερίσματος
para o convencer, aliciou-o com a possibilidade de grandes lucros
για να τον πείσει, τον δελέασε με την πιθανότητα μεγάλων κερδών
2.
δωροδοκώ
aliciar um funcionário público
δωροδοκώ ένα δημόσιο υπάλληλο
aliciar um juiz
δωροδοκώ ένα δικαστή
3.
προσεταιρίζομαι
conseguiu aliciar novos investidores
κατάφερε να προσεταιριστεί νέους επενδυτές
Porto Editora – aliciar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 14:08:17]. Disponível em