alindar

a.lin.dar
ɐlĩˈdar
verbo transitivo
1.
ομορφαίνω, εξωραΐζω, καλλωπίζω, ωραιοποιώ
alindar o local de trabalho
ομορφαίνω το χώρο της δουλειάς μου
alindar um jardim público
εξωραΐζω ένα δημόσιο πάρκο
2.
στολίζω
ajudei a alindar a noiva
βοήθησα να στολίσουν τη νύφη
alindar uma rua com grinaldas
στολίζω ένα δρόμο με γιρλάντες
Porto Editora – alindar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 00:46:29]. Disponível em