alinhar

a.li.nhar
ɐliˈɲar
verbo transitivo
1.
παρατάσσω, αραδιάζω
alinhar livros
αραδιάζω βιβλία
2.
παρατάσσω, ευθυγραμμίζω
alinhar os alunos duma turma
παρατάσσω τους μαθητές μιας τάξης
3.
ευθυγραμμίζω
alinhar uma cerca
ευθυγραμμίζω μια μάντρα
4.
ευθυγραμμίζω, στοιχίζω
alinhar as árvores duma álea
στοιχίζω τα δέντρα μιας αλέας
alinhar peões (de um jogo)
ευθυγραμμίζω πιόνια (παιχνιδιού)
5.
φτιάχνω, σιάχνω
alinhar o nó da gravata
φτιάχνω τον κόμπο της γραβάτας
verbo intransitivo
1.
συμμετέχω
equipa que não alinhará nas meias-finais
ομάδα που δεν θα συμμετάσχει στα ημιτελικά
2.
παρατάσσομαι [com, με]
a equipa alinhou com os seus melhores jogadores
η ομάδα παρατάχθηκε με τους καλύτερους παίκτες της
3.
συμπαρατάσσομαι [com, με], ευθυγραμμίζομαι [com, με]
alinho com as tuas ideias
συμπαρατάσσομαι με τις απόψεις σου
alinhou com as decisões dos superiores
ευθυγραμμίστηκε με τις αποφάσεις των ανωτέρω του
4.
figurado, coloquial είμαι μέσα [em, για]
alinhar num passeio
είμαι μέσα για μια εκδρομή
alinhei naquela marotice
ήμουν μέσα για την σκανδαλιά
alinho na ida ao cinema
είμαι μέσα για να πάμε σινεμά
MECÂNICA alinhar a direção
ευθυγραμμίζω το τιμόνι
ANAGRAMAS
Porto Editora – alinhar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 20:18:53]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
feixe alinhado no espaço
δέσμη ευθυγραμμισμένη στο χώρο, δέσμη χωρικά ευθυγραμμισμένη
alinhado com o fim
ευθυγραμμισμένο ως προς το τέλος
alinhado à partida
ευθυγραμμισμένος ως προς την αρχή
INDÚSTRIA
empolamento alinhado
φυσαλίδα σχήματος βέλους
feixe alinhado / feixe coerente
δέσμη σύμφωνη, ευθυγραμμισμένη δέσμη
alinhado com as linhas de força do campo / alinhado com o campo
ευθυγραμμισμένο πεδίο
MEIO AMBIENTE, ENERGIA
grupo expandido e alinhado
διευρυμένο και ευθυγραμμισμένο πεδίο
VER +