alucinar

a.lu.ci.nar
ɐlusiˈnar
verbo transitivo
1.
προκαλώ παραισθήσεις
droga que alucina as pessoas
ναρκωτικό που προκαλεί παραισθήσεις στον κόσμο
2.
ζαλίζω, παραζαλίζω
a comoção alucinou-a e deixou-a sem fala
η συγκίνηση την ζάλισε και την άφησε άφωνη
3.
συνεπαίρνω
paixão que alucina
πάθος που συνεπαίρνει
ANAGRAMAS
Porto Editora – alucinar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-30 18:30:22]. Disponível em