amansar

a.man.sar
ɐmɐ̃ˈsar
verbo transitivo
1.
εξημερώνω, δαμάζω, τιθασεύω, ημερεύω, μερώνω coloquial
amansar um animal selvagem
δαμάζω ένα άγριο ζώο
2.
figurado ημερεύω, καλμάρω
amansei-o com palavras apaziguadoras
τον κάλμαρα με κατευναστικά λόγια
verbo intransitivo
1.
ημερεύω, εξημερώνομαι, μερώνω
animais que não amansam
ζώα που δεν εξημερώνονται
uma fera que amansou
ένα θηρίο που ημέρευσε
2.
figurado ημερεύω, καλμάρω
mal lhe expliquei o que se passou, amansou
μόλις του εξήγησα τι έγινε, ημέρεψε
3.
figurado καλμάρω, ξεθυμαίνω, καταλαγιάζω
a tempestade está a amansar
η θύελλα αρχίζει να καλμάρει
finalmente, o vento amansou
επιτέλους, ο αέρας ξεθύμανε
Porto Editora – amansar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 08:49:50]. Disponível em