amenizar

a.me.ni.zar
ɐməniˈzar
verbo transitivo
2.
απαλύνω, καταπραΰνω
amenizar uma dor
καταπραΰνω έναν πόνο
aquela presença amenizava-lhe a tristeza
εκείνη η παρουσία καταπράυνε τη θλίψη της
aquela viagem amenizou a monotonia da sua vida
εκείνο το ταξίδι απάλυνε τη μονοτονία της ζωής του
verbo intransitivo
1.
γλυκαίνω
zona onde o clima vai amenizando
περιοχή όπου το κλίμα σιγά-σιγά γλυκαίνει
2.
μαλακώνω
com o tempo, o desgosto amenizou
με τον καιρό, η πίκρα της μαλάκωσε
ANAGRAMAS
Porto Editora – amenizar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 11:16:03]. Disponível em