andar

an.dar
ɐ̃ˈdar
verbo intransitivo
1.
περπατώ
o filho deles já anda
ο γιος τους κιόλας περπατάει
tem uma ferida no pé, e não pode andar
έχει μια πληγή στο πόδι του, και δεν μπορεί να περπατήσει
2.
περπατώ, βηματίζω
andámos até chegar à costa
βαδίσαμε μέχρι την ακτή
andei pela marginal
βάδισα στην παραλιακή
andou toda a manhã
περπάτησε όλο το πρωί
ele anda depressa
αυτός περπατά γρήγορα
3.
κινούμαι
a Terra anda à volta do Sol
η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο
o ponteiro dos segundos não anda bem
ο δευτερολεπτοδείκτης δεν κινείται καλά
4.
(tempo) περνώ
o tempo anda depressa
ο καιρός περνάει γρήγορα
tinha a sensação de que o tempo não andava
είχε την αίσθηση ότι ο καιρός δεν περνούσε
5.
κυκλοφορώ
agora que está de férias, anda sempre na rua
τώρα που είναι σε διακοπές, κυκλοφορεί συνέχεια στους δρόμους
andar à chuva
κυκλοφορώ στη βροχή
andar ao frio
κυκλοφορώ στο κρύο
anda sempre mal vestida
κυκλοφορεί πάντα ατημέλητα ντυμένη
em casa, ando sempre de chinelos
μέσα στο σπίτι, κυκλοφορώ πάντα με παντόφλες
não sei por onde ela anda
δεν ξέρω που κυκλοφορεί αυτή
nunca anda de cabeça descoberta
ποτέ δεν κυκλοφορεί χωρίς καπέλο
onde é que andaste?
πού κυκλοφόρησες τόσον καιρό;
6.
πηγαίνω, κάνω
andar bem
κάνω καλά
não sei se andei bem nos exames
δεν ξέρω αν πήγα καλά στις εξετάσεις
7.
προχωρώ, πηγαίνω
as coisas andavam muito bem, mas depois descambaram
τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά, αλλά μετά χάλασαν
as coisas não andam
τα πράγματα δεν προχωράνε
como anda o trabalho?
πώς πάει η δουλειιά;
isto não anda
το πράγμα δεν προχωρά
não sei porquê, o carro não anda
δεν ξέρω γιατί, το αμάξι δεν προχωράει
8.
coloquial σώνομαι
andas à procura do gelado? Já andou!
ψάχνεις το παγωτό; Σώθηκε!
as cerejas andaram todas em dois dias
τα κεράσια σώθηκαν όλα σε δυο μέρες
9.
είμαι
anda muito contente da vida
είναι πολύ ευχαριστημένος με τη ζωή του
andar à caça
είμαι για κυνήγι
andar triste
είμαι θλιμμένος
anda sem dinheiro
είναι χωρίς δεκάρα
ele anda no campo todo o dia
αυτός είναι στα χωράφια ολημερίς
os camponeses andam na ceifa
οι αγρότες είναι στο θερισμό
10.
φοιτώ [em, σε], πηγαίνω [em, σε]
ainda anda na escola primária
ακόμα πηγαίνει στο δημοτικό
anda no 9.º ano
φοιτεί στην Γ' γυμνασίου
anda num externato de Inglês
πηγαίνει σε φροντιστήριο Αγγλικών
andar na universidade
φοιτώ στο πανεπιστήμιο
andar num curso de História
φοιτώ σε μαθήματα Ιστορίας
11.
πηγαίνω [de/a, με]
andar a cavalo
πηγαίνω με το άλογο
andar a pé
πηγαίνω με τα πόδια
andar de avião
πηγαίνω με το αεροπλάνο
andar de barco
πηγαίνω με το πλοίο
andar de bicicleta
πηγαίνω με το ποδήλατο
andar de carro
πηγαίνω με το αυτοκίνητο
12.
κυκλοφορώ [com/em, με], κάνω παρέα [com/em, με]
anda com gente pouco recomendável
κάνει παρέα με ελάχιστα σεβαστά πρόσωπα
anda em más companhias
κυκλοφορεί με κακές παρέες
não sei com quem andam eles
δεν ξέρω με ποιους κάνουν παρέα
13.
τα φτιάχνω [-/com, -/με]
anda com um rapaz muito simpático
τα έφτιαξε με ένα πολύ συμπαθητικό παιδί
andam juntos há dois anos
τα έφτιαξαν πριν δύο χρόνια
14.
είμαι πάνω-κάτω [por, -]
as temperaturas andam pelo normal para esta época
οι θερμοκρασίες είναι πάνω-κάτω οι συνηθισμένες για τούτη την εποχή
os preços andam todos por volta dos trinta euros
οι τιμές είναι όλες πάνω-κάτω τριάντα ευρώ
15.
θέλω [para, να], έχω την πρόθεση [para, να]
anda para ter férias há meses
θέλει να πάρει διακοπές εδώ και μήνες
andava para lhe falar há que tempos!
ήθελα να του μιλήσω εδώ και πολύ καιρό!
ando para te pedir uma coisa, mas não tenho coragem
θέλω να σου ζητήσω κάτι, μα δεν βρίσκω το θάρρος
16.
κοντεύω [para, να]
anda para ter um bebé
κοντεύει να κάνει το μωρό
17.
[verbo auxiliar]
προσδίδει διάρκεια στην πράξη του κυρίως ρήματος [a, -]
anda a estudar piano
μαθαίνει πιάνο
anda a ler um livro policial
αυτόν το καιρό, διαβάζει ένα αστυνομικό βιβλίο
anda a trabalhar muito
τελευταία, δουλεύει πολύ
ando a ficar velho!
όλο και γερνώ!
andou a falar com toda a gente
κάθισε και μίλησε σε όλο τον κόσμο
andou toda a manhã à procura duma peça para o carro
όλο το πρωί έψαχνε ένα ανταλλακτικό για το αυτοκίνητο
[verbo auxiliar]
verbo transitivo
διανύω
andámos vários quilómetros
διηνύσαμε κάμποσα χιλιόμετρα
andei todo o caminho
διήνυσα όλη τη διαδρομή
nome masculino
1.
βάδισμα neutro , περπάτημα neutro , πάτημα neutro
reconheço-o pelo andar
τον γνωρίζω από το βάδισμα
tem um andar desembaraçado
έχει άνετο περπάτημα
tem um andar ligeiro
έχει ανάλαφρο πάτημα
ter o andar pesado
έχω βαρύ περπάτημα
2.
πάροδος feminino , πέρασμα neutro
com o andar do tempo, tudo muda
με την πάροδο του χρόνου, όλα αλλάζουν
o andar dos dias trouxe-lhe uma certa paz
το πέρασμα των ημερών της έφερε λίγη γαλήνη
3.
όροφος, πάτωμα neutro
a casa deles é no segundo andar
το σπίτι τους είναι στο δεύτερο πάτωμα
moram no andar de baixo
μένουν στο κάτω όροφο
o andar de cima
ο πάνω όροφος
o elevador está no quinto andar
το ασανσέρ είναι στον πέμπτο όροφο
prédio de dez andares
πολυκατοικία με δέκα ορόφους
4.
coloquial τρόπος, ρυθμός
por esse andar, nunca mais acabas!
κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν θα τελειώσεις ποτέ!
por esse andar, nunca mais chegas!
με τέτοιο ρυθμό, δεν θα φτάσεις ποτέ!
5.
GEOLOGIA βαθμίδα feminino
o andar calabriano
η Καλάβρια βαθμίδα
andar a
πηγαίνω με
andar a alta velocidade
πηγαίνω με μεγάλη ταχύτητα
andar à boa vida
σκοτώνω μύγες
NÁUTICA andar à bolina
ορτσάρω, πάω κόντα στον άνεμο
andar à bulha/pancada (com alguém)
έρχομαι στα χέρια (με κάποιον)
figurado andar à caça de
κυνηγώ
anda à caça de marido
κυνηγά να παντρευτεί
figurado andar à corda
με σέρνουν από τη μύτη
andar à deriva
είμαι έρμαιο των κυμάτων
andar à divina
δεν έχω δεκάρα
andar à facada (com alguém)
βγάζω μαχαίρι (ενάντια σε κάποιον)
andar à faca-sola
περπατώ μόνος μου
figurado, coloquial andar agarrado às saias (de alguém)
δεν ξεκολλώ (από κάποιον)
andar a monte
είμαι καταζητούμενος
figurado andar à nora
τα έχω χαμένα
andar ao laréu
σεργιανίζω
andar ao pé-coxinho
προχωρώ χοροπηδώντας στο ένα πόδι
andar aos baldões
ταρακουνιέμαι
andar aos saltos
προχωρώ με πηδήματα
andar aos sopapos
παίζω ξύλο
andar a passo de caracol
βαδίζω σαν χελώνα
andar a pedir
ζω από τη ζητιανιά
andar à procura (de alguém/alguma coisa)
κυνηγώ (κάποιον/κάτι)
andar às apalpadelas
προχωρώ στα τυφλά, προχωρώ διστακτικά
andar às cambaretas
είμαι τύφλα στο μεθύσι
andar à solta
είμαι ελεύθερος, παραμένω ασύλληπτος
o assassino ainda anda à solta
ο δολοφόνος ακόμα παραμένει ασύλληπτος
figurado andar às turras (com alguém)
είμαι στα μαχαίρια (με κάποιον)
andar às voltas (com alguma coisa)
τα βρίσκω μπαστούνια (με κάτι)
andar atrás (de alguém)
κυνηγώ (κάποιον)
a polícia anda atrás do assassino
η αστυνομία κυνηγά τον φονιά
andar atravessado (com alguém)
την έχω φυλαγμένη (σε κάποιον)
andar à vela
ιστιοδρομώ, αρμενίζω
andar Ceca e Meca
ταξιδεύω παντού
andar com a barriga a dar horas
με κόβει λόρδα
andar com a pedra no sapato
με ζώνουν τα φίδια
andar com a pulga atrás da orelha
με ζώνουν τα φίδια
andar com azar
με κατατρέχει η ατυχία
andar como o caranguejo
πηγαίνω σαν τον κάβουρα
andar com pezinhos de lã
προχωρώ αθόρυβα και προσεκτικά
andar com rodeios
τα μασάω
andar com segredinhos
κρύβω ασήμαντα μυστικά
andar com vontade (de alguma coisa)
έχω διάθεση (για κάτι)
figurado andar de asa caída
είμαι αποθαρρυμένος
coloquial andar de boca aberta
χάβω μύγες
andar de cabeça para baixo
περπατώ ανάποδα, περπατώ πάνω στα χέρια μου
figurado andar de cavalo para burro
πηγαίνω από δήμαρχος κλητήρας
andar de esguelha
λοξοπερπατώ
andar de gatas
μπουσουλώ
andar de luto
πενθοφορώ
andar de mal a pior
πηγαίνω από το κακό στο χειρότερο
andar de mão em mão
περνώ από χέρι σε χέρι
andar de moradia
διαμέρισμα σε μονοκατοικία
andar de muletas
περπατώ με πατερίτσες
andar de relações cortadas (com alguém)
είμαι τσακωμένος (με κάποιον)
andar de ronda
κάνω περιπολία
andar de um lado para o outro
πηγαινοέρχομαι
andar embarcado
έχω μπαρκάρει
andar em dia
είμαι ενημερωμένος
andar grávida
είμαι έγκυος
andar mal de finanças
έχω στενότητα χρημάτων
andar na alta-roda
κυκλοφορώ στα μεγάλα σαλόνια
andar na boca do mundo
πέφτω στο στόμα του κόσμου
andar na casa dos...
έχω πατήσει τα...
anda na casa dos 50
έχει πατήσει τα 50
andar na corda bamba
την έχω άσχημα, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση
figurado andar na linha
ακολουθώ την περπατημένη
coloquial andar na pândega
γλεντοκοπώ
andar na peugada (de alguém)
είμαι στο κατόπι (κάποιου)
figurado andar no ar
ζω στα σύννεφα
andar no laré
σουλατσάρω
coloquial andar numa roda-viva
είμαι συνέχεια στο πόδι, δεν στέκομαι ούτε λεπτό
figurado andar para a frente
βλέπω προκοπή
figurado andar para trás
παλινδρομώ
andar pé ante pé
περπατώ στις μύτες των ποδιών μου
andar pelo mato
περιφέρομαι στη ζούγκλα
andar perdido
είμαι χαμένος
andou horas perdido nas vielas
έμεινε χαμένος επί ώρες στα σοκάκια
andar sem destino
περιφέρομαι άσκοπα
andar sobre brasas
είμαι σε αναμμένα κάρβουνα
andar térreo
ισόγειο
coloquial andar teso
είμαι απένταρος
de dois/três/etc. andares
διώροφος/τριώροφος/κλπ.
prédio de cinco andares
πενταώροφη πολυκατοικία
deixar andar
δεν σκοτίζομαι για τίποτα
(provérbio) diz-me com quem andas, dir-te-ei quem és
δείξε του τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι
ir andando
1.
πηγαίνω σιγά-σιγά
eu vou andando para reservar lugares
εγώ πάω σιγά-σιγά για να κρατήσω θέσεις
2.
figurado είμαι έτσι κι έτσι, είμαι καλούτσικα
– estás bom? – vai-se andando
_είσαι καλά; _καλούτσικα
não andar, nem desandar
έχω κολλήσει, βαλτώνω
a investigação não anda, nem desanda
η έρευνα έχει κολλήσει
pelo andar da carruagem
έτσι όπως δείχνουν τα πράγματα
pelo andar da carruagem, não vou acabar senão à noite
έτσι όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν θα τελειώσω παρά μόνο το βράδυ
figurado põe-te a andar!
άδειασέ μου τη γωνιά!
figurado pôr a andar
δίνω τα παπούτσια στο χέρι
por este/esse andar
έτσι όπως πάνε τα πράγματα
que andas a fazer aqui?
τι κάνεις εδώ;
(provérbio) quem corre cansa, quem anda alcança
η βιασύνη δεν οδηγεί πουθενά
saber a quantas anda
ξέρω τι μου γίνεται
sentir a cabeça a andar à roda
νιώθω ζαλισμένος
vá, anda!
άιντε, κουνήσου!
ANAGRAMAS
Porto Editora – andar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 00:17:27]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES
foguete de um só andar
πύραυλος μονόροφος
CIÊNCIAS, ENERGIA
andar ao nível do ponto da descoberta
οριζόντιο επίπεδο διερχόμενο εκ του σημείου ανακάλυψης
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
compressão num andar
μονοβάθμια συμπίεση
pressão por andar
πίεση παραγόμενη από μια βαθμίδα(πτερυγίων αντλίας με πολλές βαθμίδες)
altura total por andar
πιεζομετρικό ύψος που παράγεται ανά βαθμίδα μιας πολυβάθμιδης αντλίας
VER +