apinhar-se

verbo pronominal
1.
στοιβάζομαι
enquanto estiveram fora, a correspondência apinhou-se na caixa do correio
όσο έλειπαν, η αλληλογραφία στοιβάχτηκε στο γραμματοκιβώτιο
2.
συνωστίζομαι
a multidão apinhou-se para entrar no teatro
το πλήθος συνωστίσθηκε για να μπει στο θέατρο
o povo apinhava-se para ver o desfile
ο λαός συνωστιζόταν για να δει την παρέλαση
3.
κατακλύζομαι
a livraria apinhou-se de fãs do escritor
το βιβλιοπωλείο κατακλύστηκε από θαυμαστές του συγγραφέα
o lugar apinhou-se de hordas de manifestantes
ο τόπος κατακλύστηκε από καραβάνια διαδηλωτών
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – apinhar-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-16 19:57:12]. Disponível em