aplaudir

a.plau.dir
ɐplawˈdir
verbo transitivo
1.
χειροκροτώ
aplaudir um artista
χειροκροτώ έναν καλλιτέχνη
o público aplaudiu os toureiros
το κοινό χειροκρότησε τους ταυρομάχους
2.
επικροτώ, επιδοκιμάζω, επευφημώ, χειροκροτώ
aplaudir uma iniciativa (de alguém)
επικροτώ μια πρωτοβουλία (κάποιου)
aplaudir um político
επευφημώ έναν πολιτικό
a sua atitude foi aplaudida por todos
η στάση του επιδοκιμάστηκε απ' όλους
verbo intransitivo
χειροκροτώ
os espectadores aplaudiram calorosamente
οι θεατές χειροκρότησαν θερμά
Porto Editora – aplaudir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 01:00:51]. Disponível em