Academia Virtual - O Poder da Voz

Palavra em destaque

a.pro.var ɐpruˈvar
verbo transitivo
1.
επιδοκιμάζω, συγκατανεύω, συγκαταβαίνω
aprovar o pedido (de alguém)
συγκαταβαίνω στο αίτημα (κάποιου)
pedi-lhe para aprovar a minha decisão
του ζήτησα να επιδοκιμάσει την απόφασή μου
2.
εγκρίνω
aprovar as despesas dum subalterno
εγκρίνω τις δαπάνες ενός υφισταμένου
aprovar por unanimidade
εγκρίνω παμψηφεί
aprovar um tratado
εγκρίνω μια συμφωνία
esta proposta dificilmente será aprovada
αυτή η πρόταση δύσκολα θα εγκριθεί
foi aprovada a sua afiliação no partido
εγκρίθηκε η προσχώρησή του στο κόμμα
3.
επικροτώ, επιδοκιμάζω
aprovar sem reservas uma política
επικροτώ χωρίς επιφυλάξεις μια πολιτική
aprovar uma iniciativa
επιδοκιμάζω μια πρωτοβουλία
não aprovo atitudes dessas
δεν επικροτώ παρόμοιες συμπεριφορές
sem dúvida que aprovo a tua ideia
ασφαλώς και επικροτώ την ιδέα σου
4.
(estudos) προβιβάζω
aprovar um aluno
προβιβάζω ένα μαθητή

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    estabelecimento aprovado para exportação de carne fresca
    εγκατάσταση που προκρίνεται να εξάγει νωπά κρέατα
  • ATIVIDADE POLÍTICA
    aprovar o processo de concurso
    εγκρίνω το φάκελο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
    Estatuto de Destino Aprovado / Estatuto de Destino Autorizado
    εγκεκριμένο καθεστώς προορισμού
  • ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES
    organismo aprovado oficialmente
    επίσημα εγκεκριμένος οργανισμός
  • CIÊNCIAS, ENERGIA
    serviço de dosimetria aprovado
    εξουσιοδοτημένη δοσιμετρική υπηρεσία
  • DIREITO
    aprovar disposições
    θεσπίζω διατάξεις
    aprovar as regras do procedimento
    θεσπίζω λεπτομερείς κανόνες για τη διαδικασία
  • ECONOMIA, FINANÇAS
    orçamento regularmente aprovado
    κανονικώς εγκριθείς προϋπολογισμός
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    certificado aprovado oficialmente de ensino secundário
    επίσημα ανεγνωρισμένο πιστοποιητικό ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
    aparelho telefónico não aprovado
    μη εγκεκριμένη τηλεφωνική συσκευή
  • FINANÇAS
    aprovar as contas anuais entre instituições
    εγκρίνω τους ετήσιους λογαριασμούς μεταξύ των φορέων
    projeto aprovado e em processo de assinatura
    δάνειο που έχει εγκριθεί και βρίσκεται στο στάδιο της υπογραφής, χρηματοδότηση που έχει εγκριθεί και βρίσκεται στο στάδιο της υπογραφής
  • MEIO AMBIENTE
    instalação que carece de aprovação / instalações por aprovar
    εγκατάσταση για την οποία απαιτείται έγκριση
  • QUESTÕES SOCIAIS
    aprovado no âmbito do procedimento centralizado / autorizado no âmbito do procedimento centralizado
    που εγκρίνονται με βάση την κεντρική διαδικασία
    médico aprovado
    εξουσιοδοτημένος ιατρός
  • QUESTÕES SOCIAIS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
    entreposto frigorífico aprovado
    εγκεκριμένος ψυκτικός χώρος
  • QUESTÕES SOCIAIS, CIÊNCIAS
    laboratório aprovado
    εγκεκριμένο εργαστήριο
  • TRANSPORTES
    tempo de diversão ETOPS aprovado
    Εγκεκριμένος χρόνος διαφοροποίησης πτήσεων μεγάλων αποστάσεων δικινητήριων αεροπλάνων
    sistema aprovado de orientação lateral
    εγκεκριμένο σύστημα πλευρικής καθοδήγησης
  • UNIÃO EUROPEIA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    primeiro comprador não transformador aprovado
    εγκεκριμένος πρώτος αγοραστής ο οποίος δεν είναι μεταποιητής
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    se uma das duas Instituições não aprovar o ato proposto, considera-se que este não foi adotado
    αν δεν υπάρξει έγκριση εκ μέρους ενός από τα δύο όργανα,θεωρείται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν εγκρίθηκε
    aprovar a sua escolha
    έγκριση της επιλογής του
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    aprovar o orçamento
    εγκρίνω τον προϋπολογισμό
    último orçamento regularmente aprovado
    τελευταίος κανονικώς εγκριθείς προϋπολογισμός
  • UNIÃO EUROPEIA, INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
    aprovará o balanço anual e a conta de ganhos e perdas
    εγκρίνει τον ετήσιο ισολογισμό και το λογαριασμό κερδών και ζημιών
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – aprovar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-08-16 11:11:55]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    estabelecimento aprovado para exportação de carne fresca
    εγκατάσταση που προκρίνεται να εξάγει νωπά κρέατα
  • ATIVIDADE POLÍTICA
    aprovar o processo de concurso
    εγκρίνω το φάκελο της πρόσκλησης υποβολής προσφορών
  • ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
    Estatuto de Destino Aprovado / Estatuto de Destino Autorizado
    εγκεκριμένο καθεστώς προορισμού
  • ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES
    organismo aprovado oficialmente
    επίσημα εγκεκριμένος οργανισμός
  • CIÊNCIAS, ENERGIA
    serviço de dosimetria aprovado
    εξουσιοδοτημένη δοσιμετρική υπηρεσία
  • DIREITO
    aprovar disposições
    θεσπίζω διατάξεις
    aprovar as regras do procedimento
    θεσπίζω λεπτομερείς κανόνες για τη διαδικασία
  • ECONOMIA, FINANÇAS
    orçamento regularmente aprovado
    κανονικώς εγκριθείς προϋπολογισμός
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    certificado aprovado oficialmente de ensino secundário
    επίσημα ανεγνωρισμένο πιστοποιητικό ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
    aparelho telefónico não aprovado
    μη εγκεκριμένη τηλεφωνική συσκευή
  • FINANÇAS
    aprovar as contas anuais entre instituições
    εγκρίνω τους ετήσιους λογαριασμούς μεταξύ των φορέων
    projeto aprovado e em processo de assinatura
    δάνειο που έχει εγκριθεί και βρίσκεται στο στάδιο της υπογραφής, χρηματοδότηση που έχει εγκριθεί και βρίσκεται στο στάδιο της υπογραφής
  • MEIO AMBIENTE
    instalação que carece de aprovação / instalações por aprovar
    εγκατάσταση για την οποία απαιτείται έγκριση
  • QUESTÕES SOCIAIS
    aprovado no âmbito do procedimento centralizado / autorizado no âmbito do procedimento centralizado
    που εγκρίνονται με βάση την κεντρική διαδικασία
    médico aprovado
    εξουσιοδοτημένος ιατρός
  • QUESTÕES SOCIAIS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
    entreposto frigorífico aprovado
    εγκεκριμένος ψυκτικός χώρος
  • QUESTÕES SOCIAIS, CIÊNCIAS
    laboratório aprovado
    εγκεκριμένο εργαστήριο
  • TRANSPORTES
    tempo de diversão ETOPS aprovado
    Εγκεκριμένος χρόνος διαφοροποίησης πτήσεων μεγάλων αποστάσεων δικινητήριων αεροπλάνων
    sistema aprovado de orientação lateral
    εγκεκριμένο σύστημα πλευρικής καθοδήγησης
  • UNIÃO EUROPEIA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    primeiro comprador não transformador aprovado
    εγκεκριμένος πρώτος αγοραστής ο οποίος δεν είναι μεταποιητής
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    se uma das duas Instituições não aprovar o ato proposto, considera-se que este não foi adotado
    αν δεν υπάρξει έγκριση εκ μέρους ενός από τα δύο όργανα,θεωρείται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν εγκρίθηκε
    aprovar a sua escolha
    έγκριση της επιλογής του
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    aprovar o orçamento
    εγκρίνω τον προϋπολογισμό
    último orçamento regularmente aprovado
    τελευταίος κανονικώς εγκριθείς προϋπολογισμός
  • UNIÃO EUROPEIA, INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
    aprovará o balanço anual e a conta de ganhos e perdas
    εγκρίνει τον ετήσιο ισολογισμό και το λογαριασμό κερδών και ζημιών
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Artigos
ver+

Palavra em destaque