apurado

apurada
a.pu.ra.do
ɐpuˈradu
adjetivo
1.
προσεγμένος
apresentação apurada
προσεγμένη εμφάνιση
escrita apurada
προσεγμένο γράψιμο
estilo literário apurado
προσεγμένο λογοτεχνικό ύφος
2.
καθαρισμένος
metal apurado
καθαρισμένο μέταλλο
3.
οξυμμένος
olfato apurado
οξυμμένη όσφρηση
vista apurada
οξυμμένη όραση
4.
(molhos, etc.) μελωμένος
molho bem apurado
καλά μελωμένη σάλτσα
5.
επιλεγμένος
apurado para o serviço militar
επιλεγμένος για στρατιωτική θητεία
6.
ραφιναρισμένος
gosto apurado
ραφιναρισμένο γούστο
maneiras apuradas
ραφιναρισμένοι τρόποι
7.
DESPORTO προκριμένος
equipa apurada para o campeonato
ομάδα προκριμένη για το πρωτάθλημα
apurado
forma do verbo apurar
particípio passado de apurar
Porto Editora – apurado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 04:56:47]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
FINANÇAS
direito apurado
βεβαιωθέν δικαίωμα
IVA a entregar ao Estado / IVA apurado / IVA liquidado
ΦΠΑ επί τιμολογίου του πελάτη, εισπραττόμενος ΦΠΑ, εισπραττόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας, φόρος προστιθέμενης αξίας επί τιμολογίου του πελάτη
UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
crédito apurado
βεβαιωθείσα απαίτηση
receitas apuradas
έσοδα που πραγματοποιήθηκαν
direitos apurados no decurso do exercício
δικαιώματα που έχουν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους
UNIÃO EUROPEIA, INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
regime aduaneiro apurado
ολοκληρωμένο τελωνειακό καθεστώς