ar

ar
ˈar
nome masculino
2.
ατμόσφαιρα feminino , περιβάλλον neutro
ali dentro, sentia-se um ar estranho
εκεί μέσα, διαισθαινόσουν μια περίεργα ατμόσφαιρα
ar abafado
αποπνικτική ατμόσφαιρα
3.
αιθέρες plural
a gaivota pairava no ar
ο γλάρος αιωρούταν στους αιθέρες
o avião elevou-se no ar
το αεροπλάνο υψώθηκε στους αιθέρες
4.
figurado ύφος neutro , όψη feminino , παρουσιαστικό neutro
abeirou-se de nós com ar hesitante
μας ζύγωσε με διστακτικό ύφος
ar perentório
κατηγορηματικό ύφος
ficou com ar abananado
έμεινε με σαστισμένο ύφος
o ar de arrogância torna-o antipático
το ύφος ακαταδεξίας τον κάνει πολύ αντιπαθητικό
pareceu-me com um ar muito triste
μου φάνηκε ότι είχε πολύ θλιμμένη όψη
pessoa com ar cansado
άνθρωπος με κουρασμένη όψη
tem um ar abatido
έχει αποκαμωμένο ύφος
ter um ar enfermiço
έχω αρρωστιάρικο παρουσιαστικό
tinha um ar abstrato
είχε αφηρημένο ύφος
5.
figurado ατμόσφαιρα feminino , όψη feminino
admirar o ar cuidado dum jardim
θαυμάζω την φροντισμένη όψη ενός κήπου
pensão com ar acolhedor
πανσιόν με φιλόξενη ατμόσφαιρα
6.
ξαφνική αδιαθεσία feminino , προσβολή feminino
ao ar livre
έξω, στο ύπαιθρο
apanhar/tomar ar (fresco)
βγαίνω για μια βόλτα
ar comprimido
πεπιεσμένος αέρας
espingarda de ar comprimido
καραμπίνα πεπιεσμένου αέρα
ar condicionado
αιρκοντίσιον, κλιματισμός
ar de família
οικογενειακό παρουσιαστικό
ar de poucos amigos
βλοσυρό ύφος
ar pesado
βαριά ατμόσφαιρα
ar puro
καθαρός αέρας
ar viciado
ρυπαρός αέρας
dar ares (de alguém)
μοιάζω (σε κάποιον)
ela dá ares do pai
αυτή μοιάζει στον πατέρα της
dar-se ares
κάνω τον σπουδαίο, κάνω τον καμπόσο
coloquial dar um ar da sua graça
δείχνω τα προτερήματά μου
ir ao ar
αποτυγχάνω
o plano foi ao ar
το σχέδιο απέτυχε
(emissões) ir/estar no ar
είμαι στον αέρα, μεταδίδομαι
ir pelos ares
τινάζομαι στον αέρα, ανατινάσσομαι
mudança de ares
αλλαγή περιβάλλοντος
coloquial ser um ar que lhe deu
1.
εξαφανίζομαι
dinheiro? isso sim, foi um ar que lhe deu!
λεφτά; πού 'ν' τα; εξαφανίστηκαν!
2.
τα τινάζω
quando menos se esperava, foi um ar que lhe deu
όταν δεν το περίμενε κανείς, τα τίναξε
ter ar(es) de
μοιάζω με, δείχνω για
ele tem ar(es) de estrangeiro
αυτός δείχνει για ξένος
ter falta de ar
νιώθω να πνίγομαι, δυσκολεύομαι να πάρω ανάσα
toldarem-se os ares
η ατμόσφαιρα συννεφιάζει
ANAGRAMAS
Como referenciar: Porto Editora – ar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-24 20:31:31]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
MEIO AMBIENTE
controlo da qualidade do ar
έλεγχος της ποιότητας του αέρα
gestão da qualidade do ar
διαχείριση της ποιότητας του αέρα
monitorização da qualidade do ar / qualidade do ar (monitorização)
παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα
TRANSPORTES
corrente de ar
Ρεύμα αέρα
poços de ar
Καθοδικό ρεύμα αέρα
condições normais de ar calmo
Κανονικές συνθήκες νηνεμίας