arrasar

ar.ra.sar
ɐʀɐˈzar
verbo transitivo
1.
ισοπεδώνω, γκρεμίζω, καταστρέφω
arrasar as muralhas dum castelo
ισοπεδώνω τα τείχη ενός κάστρου
as bombas arrasaram a fábrica
οι βόμβες ισοπέδωσαν το εργοστάσιο
2.
(medidas, etc.) επιπεδώνω
arrasar o conteúdo dum alqueire
επιπεδώνω το περιεχόμενο ενός μοδίου
o cilindro arrasou a terra da estrada
ο οδοστρωτήρας επιπέδωσε το χώμα στο δρόμο
3.
καταστρέφω, σακατεύω, τσακίζω
a doença arrasou-lhe os pulmões
η αρρώστια του σακάτεψε τα πνευμόνια
o álcool arrasou-lhe o fígado
το οινόπνευμα του τσάκισε το συκώτι
4.
καταβάλλω, τσακίζω
a doença arrasou-o
η αρρώστια τον έχει τσακίσει
a febre arrasou o doente
ο πυρετός κατέβαλε τον ασθενή
as sucessivas desgraças arrasaram-lhe o moral
οι επάλληλες συμφορές του τσάκισαν το ηθικό
5.
συνθλίβω
o exército romano foi arrasado pelos Partos
ο ρωμαϊκός στρατός συνεθλίβη από τους Πάρθους
6.
figurado εξουθενώνω, ξεθεώνω, ξεπατώνω, εξαντλώ
esta viagem arrasou-nos
αυτό το ταξίδι μας ξεθέωσε
o trabalho em excesso arrasou-o
η πολλή δουλειά τον εξουθένωσε
Porto Editora – arrasar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 22:21:08]. Disponível em