arrastar

ar.ras.tar
ɐʀɐʃˈtar
verbo transitivo
2.
παρασέρνω
a corrente arrastava-o para o largo
το ρεύμα τον παράσερνε στα ανοικτά
as más companhias arrastaram-no para o crime
οι κακιές παρέες τον παρέσυραν στο έγκλημα
a tempestade arrastava as embarcações
η θύελλα παράσερνε τα πλοιάρια
o vento arrastou o guarda-sol
ο άνεμος παρέσυρε την ομπρέλα
3.
γριπίζω
arrastar peixe
γριπίζω το ψάρι
4.
figurado τρενάρω, παρελκύω, λιβανίζω
arrastar uma decisão
λιβανίζω μια απόφαση
o advogado conseguiu arrastar o processo
ο δικηγόρος κατάφερε να τρενάρει την υπόθεση
5.
figurado τραβολογώ, σέρνω
ela arrastava-me sempre com ela quando ia às compras
με τραβολογούσε κάθε φορά μαζί της στα ψώνια
6.
σέρνω
foi preciso arrastá-lo para sair de casa
μόνο σέρνοντάς τον τον κάναμε και βγήκε έξω
7.
INFORMÁTICA τραβώ
arrastar uma janela para um canto do ecrã
τραβώ ένα παράθυρο προς μια γωνιά της οθόνης
verbo intransitivo
σέρνομαι
encurtou a saia, porque arrastava pelo chão
μάζεψε τη φούστα, διότι σερνόταν χάμω
levas as calças a arrastar no chão
το παντελόνι σου σέρνεται κάτω
arrastar a asa
κάνω καμάκι, κάνω κόρτε
arrastar a sua cruz
σηκώνω το σταυρό μου
arrastar as suas mágoas
σηκώνω τα βάσανά μου
figurado arrastar na lama
κηλιδώνω
arrastar na lama a reputação (de alguém)
κηλιδώνω την υπόληψη (κάποιου)
Como referenciar: Porto Editora – arrastar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-18 02:28:21]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
palangre de arrastar
παραγάδι τύπου συρτής
rede de arrastar
δίχτυ τράτας, τράτα
dobragem do saco da rede de arrasto
διπλός σάκκος της τράτας
CIÊNCIAS
fluxo arrastado por gradientes à superfície
ρεύμα προκαλούμενο από επιφανειακές θερμοκρασιακές κλίσεις
ECONOMIA, FINANÇAS
arrasto fiscal / travão fiscal
δημοσιονομική επίπτωση
VER +