arriar

ar.ri.ar
ɐˈʀjar
verbo transitivo
1.
υποστέλλω, κατεβάζω
arriar a bandeira
υποστέλλω τη σημαία
2.
NÁUTICA καλάρω, κατεβάζω
arriar as velas dum navio
κατεβάζω τα πανιά ενός πλοίου
3.
κατεβάζω
arriar as calças
κατεβάζω τα παντελόνια μου
4.
απιθώνω
arriar o caixote no chão
απιθώνω το κιβώτιο χάμω
arriar uma carga
απιθώνω ένα φορτίο
5.
ρίχνω
arriou o corpo em cima do sofá e adormeceu logo
έριξε το κορμί του πάνω στον καναπέ και αποκοιμήθηκε αμέσως
6.
coloquial χώνω, μπήγω
arriei-lhe um pontapé que até viu estrelas
του έχωσα μια κλοτσιά που είδε τ' ουρανό με τα άστρα
7.
coloquial ξυλοφορτώνω [em, -]
dizem que costuma arriar na mulher
λένε πως συνηθίζει να ξυλοφορτώνει τη γυναίκα του
verbo intransitivo
1.
σωριάζομαι, ρίχνομαι
esgotado, arriei na cama e ali fiquei
ξεθεωμένος καθώς ήμουν, σωριάστηκα πάνω στο κρεβάτι και δεν κούνησα από κει
2.
figurado υποχωρώ, ενδίδω, παραιτούμαι
não é pessoa para arriar facilmente!
δεν είναι άνθρωπος που υποχωρεί εύκολα!
Porto Editora – arriar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 06:33:46]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
TRANSPORTES
dispositivo para arriar na água utilizando cabos e guincho
μέσο καθαίρεσης με αγόμενα και βίντσια
dispositivo de libertação hidrostática para arriar na água
μέσο καθαίρεσης τύπου προσαγωγής
dispositivo para arriar na água em queda livre
μέσο καθαίρεσης τύπου βαρύτητας