arruinar

ar.ru.i.nar
ɐʀwiˈnar
verbo transitivo
1.
ερειπώνω, ρημάζω, γκρεμίζω, καταστρέφω
as bombas arruinaram a cidade
οι βόμβες ερείπωσαν την πόλη
o tempo arruinou a rampa de acesso
ο χρόνος κατέστρεψε τη ράμπα πρόσβασης
2.
προκαλώ χρεοκοπία, καταστρέφω οικονομικά
não só se arruinou, mas também arruinou o irmão
όχι μόνο χρεοκόπησε, μα και κατέστρεψε οικονομικά τον αδελφό του
3.
καταστρέφω, χαντακώνω
arruinar a vida (de alguém)
χαντακώνω τη ζωή (κάποιου)
arruinou a carreira
χαντάκωσε τη σταδιοδρομία του
as más companhias arruinaram-no
τον χαντάκωσαν οι κακιές παρέες
da maneira como ages, hás de arruinar a saúde
όπως πας, θα καταστρέψεις την υγεία σου
Porto Editora – arruinar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 23:46:07]. Disponível em