arte

ar.te
ˈart(ə)
nome feminino
1.
τέχνη
a arte da guerra
η τέχνη του πολέμου
a arte de cozinhar
η τέχνη της μαγειρικής
a arte de escrever
η τέχνη της συγγραφής
a arte grega
η ελληνική τέχνη
arte abstrata
αφηρημένη τέχνη
arte dramática
δραματική τέχνη
arte figurativa
εικαστική τέχνη
artes decorativas
διακοσμητικές τέχνες
artes e ofícios
τέχνες και επαγγέλματα
artes marciais
πολεμικές τέχνες
artes plásticas
πλαστικές τέχνες
comércio de arte
εμπόριο έργων τέχνης
exercita-se na arte da acrobacia
εξασκείται στην τέχνη της ακροβασίας
História da Arte
Ιστορία της Τέχνης
2.
figurado πανουργία
teve a arte de enganar o sócio
είχε την πανουργία να γελάσει τον συνέταιρο
Academia das Artes
Ακαδημία Καλών Τεχνών
com arte
καλαίσθητα
crítico de arte
τεχνοκρίτης
desta arte
τοιουτοτρόπως
de tal arte que
με τέτοιο τρόπο που
nobre arte
πυγμαχία
nona arte
ένατη τέχνη
obra de arte
αριστούργημα
por artes mágicas
ως διά μαγείας
sem arte
άτεχνα
sétima arte
έβδομη τέχνη
ter artes de
είμαι ικανός να
teve artes de me convencer
ήταν ικανός να με πείσει
ANAGRAMAS
Como referenciar: arte in Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora, 2003-2020. [consult. 2020-08-13 15:35:07]. Disponível na Internet:

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
arte móvel
κινητό εργαλείο
arte autorizada
επιτρεπόμενο εργαλείο
arte fixa
σταθερό εργαλείο' στατικός εξοπλισμός
AGROALIMENTAR
arte de confeiteiro / confeitaria
ζαχαροπλαστική
CIÊNCIAS
arte final
αντίγραφο "camera-ready", αντίγραφο έτοιμο για φωτογραφική αναπαραγωγή
VER +